Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006
Ξημερώνοντας

Με το που τέλειωσα το σημερινό post, το φως είχε αλλάξει. Περίμενα λίγο και κατά τις 6.15 ξαναγέμισα την κούπα με καφέ και βγήκα στην αυλή. Όνειρο. Κάτω από την κληματαριά, με το βοριαδάκι να φυσά, δροσιά, χλωμός ακόμη ο ουρανός, ησυχία. Α, όχι, όχι ησυχία. Κελαηδήματα πουλιών. Στην αρχή σιγανά, ύστερα να δυναμώνουν – και ξαφνικά, απροσδόκητα φτερουγίσματα, και πτήσεις κυκλικές, πάνω από τη ροδιά, μια φευγαλέα αιώρηση, και η επιστροφή. Θα ήθελα να άκουγα κι ένα τριζόνι, αλλά εδώ δεν έχουν αρχίσει ακόμη, ούτε και τα τζιτζίκια, είναι περίεργη η τοποθεσία, πάμε περίπου δύο με τρεις εβδομάδες πίσω σε σχέση με το τι συμβαίνει 15 χιλιόμετρα πιο πάνω ή πιο κάτω.

Αυτές οι μυρωδιές του πρωινού. Όταν δεν έχει ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Το χώμα ελαφρά νοτισμένο από την υγρασία – «δροσούλα» τη λένε εδώ και την αγαπάνε, κάνει καλό στα δέντρα, στα μποστάνια και στ’ αμπέλια – άσε που όταν, ας πούμε, θειαφίζεις την κληματαριά για να μη χαλάσουν τα σταφύλια, αυτή η ώρα είναι η καλύτερη, επειδή με τη δροσούλα κάθεται το θειάφι στα φύλλα. Θειάφι, ναι, μόνο θειάφι στην κληματαριά. Και γαλαζόπετρα. Όπως έκαναν παλιά, όταν δεν υπήρχαν τα χημικά. Είναι φασαρία, πρέπει να προσέχεις μη μπει στα μάτια σου, γιατί καίνε σαν το διάβολο, αλλά αν τα πλύνεις με κρασί, τσούζει λίγο και περνάει. Αυτό το έμαθα πέρυσι. Φέτος δεν έχω θειαφίσει ακόμη, θα πρέπει να το κάνω τις επόμενες μέρες, αρκεί να μη φυσάει. Η μυρωδιά του είναι ενοχλητική, αλλά λένε ότι διώχνει τα φίδια.

Περίμενα να φωτίσει ακόμη περισσότερο. Ύστερα, σηκώθηκα για να κάνω τον κύκλο της αυλής. Να δω ποια λουλούδια άνθισαν από χτες. Σήμερα πρέπει να τα ποτίσω – το απογευματάκι. Αλλά, πρωί-πρωί τους μίλησα. Τη θέλουν την καλή τους την κουβέντα, να τους πεις τι όμορφα είναι τα καινούρια τους μπουμπούκια, ενίοτε να τα μαλώσεις κιόλας επειδή απλώνονται πολύ. Να, ο δυόσμος για παράδειγμα, έχει θεριέψει, κοντεύει να πνίξει τα γεράνια. «Βάρσαμο» τον έλεγε ο συχωρεμένος ο παπούς και αγαπούσε να έχει ένα κλωνάρι στο τσεπάκι του γιλέκου του – βάρσαμο και ματζουράνα. Ματζουράνα δεν έχω βάλει ακόμη. Θα το φροντίσω όμως σύντομα. Να θυμηθώ να τηλεφωνήσω στον πατέρα μου να μου κόψει ένα γερό κλαδί, μεθαύριο που θα πάω στο Ηράκλειο να τους δω, να το πάρω. Δεν ξέρω ακόμη πού θα τη φυτέψω, γιατί κι αυτή θεριεύει. Άλλη αγαπημένη, η αμπαρόριζα – μοσχομολόχα τη λένε αλλού. Ένα είδος γερανιού είναι με μικρά μωβ λουλουδάκια. Υπέροχη όταν βάζεις ένα φυλλαράκι στο γλυκό σταφύλι. Πέρυσι τη δοκίμασα στις κομπόστες και στις μαρμελάδες – είχαν πολλά βερύκοκα οι βερυκοκιές και σχεδόν βαρέθηκα να φτιάχνω μαρμελάδες. Φέτος έχουν λιγότερα. Αυτά δεν τα ραντίζουμε, ούτε και τα μήλα. Τα μισά πέφτουν στο χώμα και γίνονται λίπασμα, αλλά δεν πειράζει. Αυτά τα λίγα που τρώμε, έχουν την κανονική γεύση του βερύκοκου ή του μήλου. Και τη μυρωδιά.

Προχωρώ. Ο Έκτορας ανασηκώνεται νυσταγμένος και με κοιτάζει. Ένα σιγανό γαύγισμα, σχεδόν άηχο. Καλημέρα. Τεντώνεται, κάνει δυο-τρεις βόλτες κι ύστερα ξαναξαπλώνει, βάζει το μουσούδι ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια και μισοκοιμάται. Τις ξέρει πια τις πρωινές μου βόλτες, και δεν ανησυχεί· αλλά, καλού-καλού μου ρίχνει και καμμιά ματιά να είναι σίγουρος ότι είμαι εντάξει. Πέρυσι που ξεχόρτιζα τον κήπο, χάρη σ’ αυτόν τη γλίτωσα από ένα φίδι που ήταν ανάμεσα στα χόρτα. Τον είχα λύσει να τρέξει στο κτήμα (τον έχω δεμένο, επειδή πηδάει τη μάντρα και πετάγεται στο δρόμο) κι εκείνος, αφού έκανε τη βόλτα του και μύρισε από εδώ κι από κει, ήρθε δίπλα μου. Εντελώς ξαφνικά, άρχισε να γαυγίζει σαν τρελός και να με τραβάει από το παντελόνι. Ανασηκώθηκα και είδα το φίδι – λίγο ακόμη και θα το πατούσα. Εντάξει, φορούσα γαλότσες, γάντια και τα λοιπά, αλλά το σοκ δεν θα ήταν μικρότερο.

Φτάνω στις τριανταφυλλιές μου. Εδώ και δύο χρόνια τις προσβάλλει ένα περίεργο παράσιτο, κιτρινίζουν τα φύλλα τους και τα τριαντάφυλλα βγαίνουν μαραζωμένα. Διάβασα κάπου ότι η νικοτίνη είναι το καλύτερο παρασιτοκτόνο. Βάζεις αποτσίγαρα σ’ ένα μπουκάλι με νερό, το αφήνεις στον ήλιο, το φιλτράρεις και ψεκάζεις. Αποτελεσματικό, αλλά όχι σε φυτά που πρόκειται να φας, επειδή είναι ισχυρό δηλητήριο. Πάντως στις τριανταφυλλιές μια χαρά έπιασε. Τις κλάδεψα – θέλουν πάντα ένα ελαφρύ κλάδεμα μετά από κάθε ανθοφορία – και τώρα πετούν νεαρά κλαδάκια. Κοιτάζω και τις γλαδιόλες – μία κόκκινη και δύο κίτρινες, ανθισμένες, δύο ακόμη δεν έχουν ανθίσει, αλλά δεν θυμάμαι τι χρώμα είναι. Α, και οι ντάλιες. Αυτές θ’ ανθίσουν αργότερα.

Επιστρέφω κάτω από την κληματαριά. Τα γατάκια άρχισαν να ξυπνούν, ξετρυπώνουν ένα-ένα πίσω από τις γλάστρες, και κάτι κουτιά που βρίσκονται έξω και αρχίζουν να τεντώνονται. Η πρώτη αχτίδα του ήλιου χτυπά στο λόφο απέναντι.

Τελείωσε ο καφές. Οι θόρυβοι πληθαίνουν. Περνούν οι βοσκοί με τα πρόβατα, αυτοκίνητα, φορτηγά. Αρχίζει ο ρυθμός της καινούριας μέρας.
 
Από τη Λίτσα κατά τις 7:39 π.μ. | Ενθύμιον | 27 σημειώσεις
Free will (ή Free Willie)
Δεν φτάνει που έκανε post o sourfou

περί της ελεύθερης βούλησης, το επεξέτεινε κιόλας πέραν του θεολογικού πλαισίου για να ‘χουμε να πορευόμαστε. Εξακολουθώ να μην έχω ανακτήσει τη δέουσα σοβαρότητα ώστε να πραγματευτώ το θέμα, αλλά με ξέρετε τι άνθρωπος είμαι – μπορώ να μην πω κι εγώ το κατιτί μου; (έστω και χωρίς σοβαρότητα)

Ωραία, ας τα πάρουμε με τη σειρά κι ας ξεκινήσουμε από το πρακτικό επίπεδο. Υπάρχει ελεύθερη βούληση; Εμπειρικώς μιλώντας, όχι. ΟΧΙ. Διότι, εγώ θέλω να πάω στη Σκωτία, αλλά δεν μπορώ για δεκάδες λόγους. Ομοίως, δεν θέλω να μιλάω με ανοήτους, αλλά επίσης δεν μπορώ. Ζώντας, λοιπόν, σε κοινωνικό πλαίσιο, ξεχάστε την ελεύθερη βούληση, πράγμα που δεν είναι απαραιτήτως κακό, αν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις – δεν το συνεχίζω, επειδή θα περάσουμε σε πολιτική φιλοσοφία, ρόλο του κράτους κλπ., και θα παρατεντώσει το σχοινί. Κοιτάξτε τώρα, ο Επίκτητος όρισε την ελευθερία σε σχέση με τη βούληση, λέγοντας ελεύθερος είναι ο ζων ως βούλεται. Αυτά τα γράφει στις Διατριβές κι εκεί που χαίρεσαι, πιάνεις το Εγχειρίδιο, όπου τι σου λέει; Φρόντισε να περιορίσεις τις επιθυμίες σου κλπ. Τόμπολα, αν δεν έχεις πολλές επιθυμίες, μπορείς να ζήσεις ελεύθερα, διότι ελάχιστα πράγματα θα επιθυμείς και μάλιστα πράγματα που θα μπορείς να κάνεις.

Σε κοινωνικό επίπεδο, ξαναλέω, ξεχάστε την ελεύθερη βούληση. Δηλαδή, ξεχάστε την γενικώς, διότι υπάρχει η φθορά και ο θάνατος. Επομένως, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ελεύθερη βούληση, από τη στιγμή που ως ον υπόκεισαι στο νόμο της φθοράς, τελείωσε: δεν είναι επιλογή σου να πεθάνεις (μιλάμε σε κανονικές συνθήκες), δεν θέλεις να πεθάνεις, πεθαίνεις όμως, άρα δεν είσαι ελεύθερος να ζήσεις ως βούλεσαι, δηλαδή να αποφύγεις το θάνατο. Τώρα, στον Ζορμπά, λέει ο αφηγητής (-Καζαντζάκης) σχετικά με το θάνατο: να μετατρέπεις το αναπόφευκτο σε δική σου ελεύθερη βούληση. Εξαιρετικό όλο αυτό, πλην μπαίνει λίγο στη λογική του «όσα δεν φτάνει η αλεπού». Έρχεται, ας πούμε, ο Χάρων ή ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (αναλόγως) και σου λέει: ετοιμάσου, ήρθε η ώρα σου. Κι εσύ μαζεύεις τα μπογαλάκια σου και του λες: δεν έρχομαι επειδή το λες εσύ, έρχομαι επειδή το θέλω εγώ. Ε, αν ο ψυχοπομπός βάλει τα γέλια δεν θα έχει άδικο. Σημείωση: η ύπαρξη της φθοράς και του θανάτου, συνιστά το λεγόμενο «μεταφυσικό κακό», που επίσης εντάσσεται στο πρόβλημα του κακού κλπ.

Για να περάσουμε στα πιο αφηρημένα. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, δηλαδή. Υπάρχει ελεύθερη βούληση; Κατ’ ανάγκην, στη συζήτηση εμπλέκεται το πρόβλημα της αιτιοκρατίας ήδη από την αρχαιότητα και προτού διατυπωθούν οι κβαντικές θεωρίες – θα περιοριστώ στο πεδίο του ηθικού ντετερμινισμού που συσχετίζεται και με το θεολογικό πλαίσιο. Σου λέει, για παράδειγμα, ο Σωκράτης ότι κάθε άνθρωπος επιλέγει πάντα ό,τι είναι καλό για τον ίδιο. Και ο Πλάτων (στον Γοργία): κάθε άνθρωπος που γνωρίζει τι είναι αγαθό, το επιλέγει κατ’ ανάγκην. Εξ ου και η καλύτερη κυβέρνηση θα ήταν εκείνη που θα την αποτελούσαν οι φιλόσοφοι (να μην το σχολιάσω τώρα αυτό), επειδή, ως φιλόσοφοι, μπορούν να διακρίνουν το πραγματικό αγαθό από το φαινόμενον αγαθό. Συνεπώς, το δίδυμο Σωκράτης-Πλάτων (Πλάτων, δηλαδή, διότι μέσω αυτού έχουμε τα λεγόμενα του Σωκράτη, ο Σωκράτης του Ξενοφώντος δεν έχει καμία σχέση με τον πλατωνικό) σου λέει ότι οι εκούσιες πράξεις μας καθορίζονται από το αγαθό. Αυτό, όμως, δεν περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου, τουναντίον την ενδυναμώνει, διότι η ελευθερία είναι (λένε) ο καθορισμός της βούλησης από το αγαθό. Όταν κάποιου η βούληση ή η επιλογή καθορίζονται από το κακό, τότε αυτός είναι δούλος (γιατί όμως;) Και, όταν καθορίζονται από κάποιο αγαθό που δεν είναι το υψηλότερο, τότε δεν είναι απόλυτα ελεύθερος. Αντίστοιχα υπεστήριξαν ο Aquinas, ο Καρτέσιος, ο Leibniz: (συνοψίζω) η ανθρώπινη ελευθερία είναι να γνωρίζεις το αγαθό και να το επιλέγεις.

Φυσικά, οι επικριτές αυτής της θέσης είναι πολλοί. Ο Αριστοτέλης, λ.χ. (και ο Locke, φέρνοντας το παράδειγμα του μέθυσου) λέει ότι ο άνθρωπος συχνά επιθυμεί κάτι αντίθετο με τη λογική του, κάτι που ξέρει ότι είναι κακό. Το πρόβλημα έγκειται στη γενική αντίθεση μεταξύ λογοκρατίας και βουλησιαρχίας. Αν, λ.χ., κάποιος θεωρήσει ότι το λογικό είναι πρότερο της βούλησης (του ορέγεσθαι), δηλ. το ορέγεσθαι υποτάσσεται στη λογική, τότε η θέση του Σωκράτη φαίνεται ορθή. Αλλά, αν κάποιος υποστηρίξει ότι το ορέγεσθαι είναι πρότερον και ότι το λογικό υποτάσσεται στη βούληση (και εμπειρικά τούτο φαίνεται να ισχύει τις πιο πολλές φορές), τότε η θέση του Σωκράτη δεν ισχύει. Επιπλέον, υπάρχουν φιλόσοφοι που υποστηρίζουν ότι κάτι ορίζεται ως αγαθό επειδή είναι αντικείμενο της βούλησής μας. Ο Σωκράτης μπορεί να λέει «το επιθυμώ επειδή είναι αγαθό», όμως ο Spinoza, o Hobbes και ο James λένε «αυτό είναι αγαθό, επειδή το επιθυμώ».

Για να περάσουμε στα θεολογικά – και υπενθυμίζω ότι προβλήματα όπως αυτό του κακού, της ελεύθερης βούλησης κλπ. εγείρονται μόνο στο πλαίσιο των θρησκειών όπου ο θεός είναι πανάγαθος, παντογνώστης και παντοδύναμος, δημιουργός του κόσμου και τα πάντα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Αυτή η αντίληψη του θεού έχει ντετερμινιστική χροιά. Οι περιπλοκές ανιχνεύονται σε δύο επίπεδα: αν ο θεός είναι παντογνώστης, τότε πώς ο άνθρωπος είναι ελεύθερος; Και, εφόσον ο θεός είναι πανάγαθος, τότε η βούλησή του είναι εξ ορισμού αγαθή – αλλά, πώς δικαιολογείται η ύπαρξη του κακού στον κόσμο;

Να ξεκινήσω από το δεύτερο, που είναι απλούστερο. Αν αποδώσουμε μέγιστη σημασία στην απόλυτη αγαθότητα του θεού, φαίνεται ασύμβατο να σκεφτούμε ότι ο θεός μπορεί να επιλέξει το κακό, έστω και ως τιμωρία, και ακόμη να σκεφτούμε ότι ο θεός είναι ικανός για τέτοιες επιλογές (αλλά, εδώ βλέπουμε ότι η παντοδυναμία και η αγαθότητα του θεού δεν συμβιβάζονται· φυσικά, σε θεωρητικό επίπεδο, υπάρχει η απάντηση ότι ο θεός μπορεί ως παντοδύναμος να επιλέξει το κακό, αλλά δεν το θέλει επειδή είναι πανάγαθος – πλην, η πραγματικότητα έρχεται ν’ αντικρούσει τον ισχυρισμό). Εφόσον ο κόσμος είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής πράξης του θεού, τότε είναι κατ’ ανάγκην ο καλύτερος δυνατός κόσμος. Τούτο δεν είναι εντελώς καινούριο: οι στωικοί, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι ο κόσμος μας είναι ο μόνος δυνατός κόσμος, είναι καλός και ότι ο στόχος του σοφού ανθρώπου είναι να βρει και ν’ αποδεχτεί τη θέση του μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε παρόμοια θέση κατέληξε και ο Spinoza, παρ’ όλο που δεν ξεκίνησε από τη θεία αγαθότητα: λέει, λοιπόν, ότι τίποτα στη φύση δεν είναι τυχαίο και απρόβλεπτο, δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση, επομένως ο θεός δεν θα μπορούσε να κάνει τον κόσμο διαφορετικά απ’ ό,τι τον έκανε. Στη συζήτηση ενεπλάκη και ο Leibniz με τη θεωρία του για τον καλύτερο δυνατό κόσμο – αλλά αυτό από μόνο του είναι ένα post-τεντόπανο-Πειραϊκής-Πατραϊκής, και πώς ν’ αναφερθείς στη συγκεκριμένη θεωρία χωρίς να πεις δυο λόγια και για τον βολταιρικό Pangloss (την καρικατούρα του Leibniz στον Candide); Τ’ αφήνουμε για άλλη φορά.

Πιο περίπλοκα είναι τα πράγματα με τη θεϊκή παντογνωσία. Κατά τη διατύπωση του Αυγουστίνου, αφού ο θεός είναι παντογνώστης, τότε ξέρει όλα όσα θα πράξουν οι άνθρωποι παντού και πάντα, ακόμη και τις αμαρτίες τους. Αν όμως είναι έτσι, τότε πώς μπορούν οι άνθρωποι να πράξουν διαφορετικά απ’ ό,τι γνωρίζει ήδη ο θεός; Δηλ. πώς μπορεί ο άνθρωπος να αποφύγει τις αμαρτίες εκείνες που ο θεός γνωρίζει ότι θα πράξει ο άνθρωπος, και το γνωρίζει ήδη από τη στιγμή που τον δημιούργησε; Η πιο γνωστή διατύπωση του ερωτήματος είναι η εξής:

1. αν ο θεός γνωρίζει ότι θα πράξω μια συγκεκριμένη πράξη σ’ ένα συγκεκριμένο χρόνο, και

2. αν, παρ’ όλα αυτά, μπορώ να αποφύγω την πράξη, όταν φτάνει η στιγμή της υλοποίησής της, τότε

3. έπεται ότι μπορώ να ανατρέψω ένα αντικείμενο της θεϊκής γνώσης, ασχέτως αν το κάνω ή όχι.

Αν όμως το 1 είναι αληθές (που είναι, εφόσον μιλάμε για χριστιανισμό), τότε το 2 είναι κατ’ ανάγκην ψευδές και επίσης είναι ψευδές και το συμπέρασμα (3).

Βέβαια, ο Αυγουστίνος υποστηρίζει ότι η θεϊκή παντογνωσία δεν απειλεί την ανθρώπινη βούληση. Ο θεός γνωρίζει τα γεγονότα επειδή αυτά θα συμβούν (αλλά γιατί θα συμβούν; ποια θα είναι η αιτία τους;), δεν συμβαίνουν επειδή τα γνωρίζει – τα γεγονότα επομένως δεν καθορίζονται από τη γνώση του θεού, αλλά υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτήν. Επιπλέον, επιθυμούμε πολλά πράγματα εκουσίως, και ο θεός γνωρίζει τις βουλήσεις και τις επιθυμίες μας.

Τέλος, όλα αυτά τα «πριν» και τα «μετά» δεν έχουν νόημα για το θεό – ο θεός τα βλέπει όλα πανοραμικά και ταυτόχρονα, συνεπώς δεν προσδιορίζει εκείνος τα (κατ’ άνθρωπον) μέλλοντα.

Μια ενδιαφέρουσα παρένθεση: ο αμερικανός θεολόγος Jonathan Edwards (18ος αι.) πήγε κάπως να τα συμβιβάσει – δέστε πώς. Είπε ότι η θεϊκή πρό-γνώση (=προτέρα γνώση, όχι πρόβλεψη) δεν είναι αίτιο των πραγμάτων, αλλά τους προσδίδει βεβαιότητα, συνεπώς τα καθιστά αναπόφευκτα. Αυτή η πρό-γνώση δεν θα μπορούσε να υπάρχει αν ο ντετερμινισμός ήταν ψευδής, διότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για ό,τι είναι ενδεχόμενο ή πιθανό. Είναι παράλογο να πούμε ότι τα πράγματα προ-γιγνώσκονται με βεβαιότητα από το θεό, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ενδεχόμενα. (Τώρα το έσωσε; Νομίζω πως όχι.)

Παρά τις διακηρύξεις του περί ελευθέρας βουλήσεως, όμως, ο Αυγουστίνος είπε κάτι ακόμη: ότι ο άνθρωπος είναι αδύναμος να κάνει οτιδήποτε άλλο πέραν του να αμαρτήσει, διότι η δύναμή του είναι μηδαμινότατη μπροστά στη δύναμη του θεού. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνο με τη βούλησή του, η οποία ουσιαστικά τον οδηγεί στην καταδίκη (πού είναι λοιπόν η ελευθερία της βούλησης;) Ο άνθρωπος τελικά σώζεται μόνον αν τον έχει επιλέξει ο θεός. Αυτό είναι το δόγμα του θεϊκού προκαθορισμού: στο πλαίσιό του ο Λούθηρος και ο Καλβίνος θεωρούσαν πως η ιδέα ότι ο άνθρωπος είχε τη δύναμη και την ελευθερία να πράξει από μόνος του ορθώς, ήταν συμβιβασμός και περιορισμός της ελευθερίας του θεού. Τα σχόλια δικά σας.

Φυσικά άφησα απ’ έξω το πρόβλημα του φυσικού ντετερμινισμού, μη θέλοντας να διακινδυνεύσω δημόσιο λιθοβολισμό. Θα τελειώσω με δύο ζητήματα που πραγματεύτηκε ο David Hume. Το πρώτο έχει να κάνει με τον ντετερμινισμό εν γένει. Ο Hume αναρωτήθηκε αν η αιτιώδης σχέση είναι κάτι το οποίο αντιλαμβανόμαστε άμεσα ή αν γνωρίζουμε πράγματι ότι υπάρχει. Υποστήριζε πως ποτέ δεν γνωρίζουμε πράγματι και με βεβαιότητα ότι το Α θα επιφέρει το αποτέλεσμα Β, πριν συμβεί αυτό το Β. Έτσι, αντί να λέμε ότι το αίτιο πρέπει να έχει και ένα αιτιατό, ότι το γεγονός Α πρέπει να προκαλέσει το γεγονός Β ή ότι η κατάσταση Δ δεν μπορεί παρά να εκπορεύεται από την κατάσταση Γ, το μόνο που μπορούμε και πρέπει να λέμε είναι: η κατάσταση Δ ακολουθεί συνήθως την κατάσταση Γ και ότι το γεγονός Α κατά κανόνα επιφέρει το γεγονός Β. Με άλλα λόγια, ο Hume αμφισβήτησε την αναγκαία σχέση μεταξύ αιτίου και αιτιατού.

Κι ενώ σκέφτεσαι ότι με όλα αυτά, κάπως μπορείς να βολέψεις (θεωρητικά, πάντα) το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης, έρχεται ο αγαπητός David και σε βάζει σε νέες περιπέτειες. Αναρωτιέται για ποιο λόγο γνώριζε ότι υφίσταται όντως ο εξωτερικός κόσμος. Διαπίστωσε, λοιπόν, ότι δεν μπορούσε να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα λογικά: δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι πίνουμε ένα ποτήρι νερό με τον τρόπο που αποδεικνύουμε ένα θεώρημα στη γεωμετρία ή μια μαθηματική πρόταση. Μπορούμε να δείξουμε ότι πίνουμε ένα ποτήρι νερό, να δείξουμε ότι υπάρχει στη γωνία ένα τραπέζι, όχι όμως να αποδείξουμε αυτά τα πράγματα με τους κανόνες της λογικής. Συνεπώς, πρέπει να αποδεχτούμε τον κόσμο ως ζήτημα φυσικής πίστης. Η φυσική πίστη όμως δεν έχει καμία σχέση με τη διαδικασία της λογικής παραγωγής. Κι έρχεται και σου λέει τώρα ο (έξυπνος) πιστός: αν η ύπαρξη του κόσμου, που τον βλέπεις και τον αισθάνεσαι, είναι υπόθεση φυσικής πίστης, γιατί σ’ ενοχλεί η πίστη στην ύπαρξη του θεού; Διότι δεν τον βλέπω και δεν μπορώ να τον δείξω είναι η απάντηση του (έξυπνου) μη-πιστού: η ύπαρξη του κόσμου δεν εξαρτάται από την πίστη μου (και η ύπαρξη του θεού, ωσαύτως, θα απαντήσει ο πρώτος).

Ηθικόν δίδαγμα: μην εμπιστεύεστε τους φιλοσόφους. Δεν δίνουν απαντήσεις. Δίνουν απλώς υλικό για συζήτηση. Καμμιά φορά ίσως είναι σωφρονέστερο να εμπιστεύεσαι τους ποιητές. (Βέβαια, ο Sartre είπε ότι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, αλλά εγώ πάντα αγαπούσα περισσότερο τον Camus).

Τα σέβη μου.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 5:01 π.μ. | Ενθύμιον | 21 σημειώσεις
Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006
Τριημέρου απολογισμός.
Προειδοποίηση: σοβαρό post, μια φορά δεν είναι. Μη μου ζητάτε ευθύνες μετά.


Πάει, θα κόψω τα ταξίδια στην Αθήνα, τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο. Διότι, ανεβαίνεις για να κάνεις τις ρημαδοδουλειές και κανονίζεις να δεις και δυο τρεις φίλους. Πλην, αυτοί οι φίλοι είναι χειρότεροι από σένα, οπότε σωτηρία δεν υπάρχει. Ποιος θα βρεθεί να συγκρατήσει τον άλλον;

Είπαμε λοιπόν να βρεθούμε την Πέμπτη το βράδι στις 8, για ουζάκια – τελικά, κρασί ήπιαμε και δυο μπουκάλια ρακή από το νησί, τα οποία κουβαλούσα στο χέρι στο αεροπλάνο και ήταν μαρτύριο σκέτο, διότι όταν ταξιδεύω δεν θέλω να κουβαλάω 42 αποσκευές. Τέλος πάντων. Άξιζε η ταλαιπωρία. Η ρακή έλυσε τις γλώσσες, και διευκόλυνε την ανεύρεση θεμάτων προς συζήτησιν. Κατά τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, άρχισαν οι αποχωρήσεις (dcd και annanias απεχώρησαν ενωρίτερα, λόγω ανειλημμένης υποχρεώσεως – καλά ας είχε μείνει ρακή και θα σου έλεγα εγώ υποχρεώσεις). Απομείναμε ολίγοι και εν τέλει προσετέθησαν στην παρέα και οι μαγαζάτορες: σου λέει, δεν κοιμόμαστε που δεν κοιμόμαστε, ας πάμε να κάτσουμε μαζί τους, μπορεί και να αποβεί διασκεδαστικό. Προφανώς απέβη, διότι το τραβήξαμε μέχρι τις 3.15 κι όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε στενοχωρήθηκαν οι άνθρωποι – δικαίως, τους καταδικάσαμε σε αϋπνία και φύγαμε την πιο κρίσιμη στιγμή.

Αυτά είναι τα πολύ γενικά. Ειδικότερες λεπτομέρειες: Ευτυχώς, πήγα σχετικά ενωρίς, πριν μαζευτεί κόσμος στην πλατεία, διότι ο Godot είχε ετοιμάσει υποδοχή τουλάχιστον βασιλίσσης – ανοίγει πόρτα αυτοκινήτου, προσφέρει μπράτσο, τραβάει καρέκλα, καταλαβαίνετε, ιπποτικά πράγματα, ούτε ο Lancelot du Lac. Μέχρι και το δράκο θα σκότωνε. Ο Mboy έφερε πούρα – πού πας χρυσέ μου με τέτοια είδη καπνιστού; Γκαχ, γκουχ, μετά από σεβαστές ποσότητες αλκοόλ, το κεφάλι ήρθε κι έφτιαξε. Ωραία ήτανε, μπορούσες να λες ό,τι παράλογο σου κατέβαινε (από αυτά που δεν θα έγραφες ποτέ στο blog, μη χαλάσεις το σοβαρό και ορθολογικό σου image που με τόσο κόπο έφτιαξες), μέχρι και Μαλακάση απήγγειλα, χαμηλόφωνα ευτυχώς και δεν μας πήρανε χαμπάρι παραέξω. Α, έμεινε στη μέση και μια ωραία συζήτηση με dcd σχετικά με τους ανορθολογικούς δεσμούς που αναπτύσσονται ανάμεσα στον άνθρωπο και σε άγνωστους τόπους (την άλλη φορά, dcd). Η Tomboy, η απόλυτη κουκλίτσα χωρίς τα γυαλιά, δεν είναι ότι έχει υπέροχα μάτια, έχει και τεράστιες βλεφαρίδες. Ο υπουργός, ως συνήθως, προήδρευε επιτυχώς, προσεφέρθη δε να δοκιμάσει πρώτος όλους τους μεζέδες, φροντίζοντας για τη γευστική και τη στομαχική μας ευημερία: κοινώς, όποιος πρόλαβε τον Κύριον οίδε, μετά δυσκολίας του αποσπούσαμε το πιάτο με ό,τι είχε απομείνει. Η MariR1 σπινθηροβόλα και σκερτσόζα – μη σας ξεγελά το γλυκό προσωπάκι, τέρας γίνεται, έκανε τους δύστυχους μαγαζάτορες με τα κρεμμυδάκια, «πολύ ακριβοί είστε», τους είπε δυναμικά και ανερυθρίαστα. Γνώρισα και τη Μαριώ, τον Άγγελο και την Cherry – δεν μπόρεσα να μιλήσω με όλους όσο θα ήθελα, όμως η αίσθηση της οικείωσης εξαιρετική και όμορφη. Φυσικά, μη λησμονήσω να μνημονεύσω mmg και reservoir: εγγυήθηκαν, δια της παρουσίας τους τη δημιουργία του χάους εκ του οποίου προέκυψε κόσμος: a brave new world. Ο κατάλογος συμπληρώνεται με Atron, Sourfou και να με πάρει ο διάβολος αν θυμάμαι τώρα κανέναν άλλον (μπορείτε να ορίσετε το επιτίμιο). Άφησα τελευταίον τον ΕΥ-ΑΓΓΕΛΟ για να σημειώσω ότι έγραψε το καλύτερο post και μην κοιτάτε που κρατάμε την ψυχραιμία μας, όλους μας πιάσανε οι συγκινήσεις.

Φτάνω στο σπίτι στις 4 και ξυπνάω στις 7 το πρωί, διότι οι κακές συνήθειες δεν κόβονται. Λέω, εντάξει δεν πειράζει, θα αναπληρώσω το χαμένο ύπνο το βράδι. Κούνια που σε κούναγε, χρυσή μου. Διότι το βράδι ήμουν με άλλους φίλους, όπου εν πολλοίς το ίδιο έργο παίχτηκε (ευτυχώς σε μικρότερες διαστάσεις, καθότι ήμασταν λιγότεροι) – κουβεντούλα στην κουβεντούλα, 10 πες ξεκινήσαμε, 4 το πρωί το διαλύσαμε κι από εκεί (αλλά γιατί να χάνεις ώρες με τον ύπνο, όταν η εγρήγορση αποδεικνύεται τόσο ενδιαφέρουσα;). Αυτά αλλού και άλλοτε (romance το κατάντησα το σημερινό post και ο νοών νοείτω).

Στις 7 το πρωί, ξύπνια πάλι η Λίτσα κι όχι τίποτα άλλο ήταν η τρομερή μέρα Σάββατο. Το πρόγραμμα: κάποιες τελευταίες δουλειές το πρωί, το μεσημέρι στη Γλυφάδα να κόψουμε την τούρτα της νεαρής boy, άντε και να ρημαδοφάμε, και το βράδι όλοι στο μπαρ του Godot (κανονισμένο από την Πέμπτη, εξαιτίας της επηρμένης του βεβαιότητος ότι φτάχνει καλό κοκτέιλ μαρτίνι: άντε να το δοκιμάσουμε κι αυτό, μη μείνει ελλιπής ο κατάλογος των αλκοολούχων).

Κατεβαίνουμε στη Γλυφάδα με το τραμ, πηγαίνουμε στο ξενοδοχείο, όπου επρόκειτο να λάβει χώρα το πάρτυ γενεθλίων (δίπλα στην πισίνα, φίλοι bloggers, και μη δίνετε σημασία στα αναρχοκομμουνιστικά του Mboy καθότι ο άνθρωπος είναι κρυπτοκαπιταλιστής μέχρι το μεδούλι). Το τι έγινε εκεί, το γνωρίζετε – ας είναι καλά η Tomboy με τις φωτο (και, αλήθεια, περιμένουμε τις υπόλοιπες, γιατί αργούν;) Έχω δε να σημειώσω ότι το σχετικό post του υπουργού υπήρξεν άκρως παραπλανητικό, απλώς για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Διότι, απέκρυψε το γεγονός ότι μόνος αυτός εισήλθε στον χώρο της πισίνας, χωρίς να πληρώσει είσοδο, καθώς και ότι το δικό του σάντουιτς ήταν πολύ μεγαλύτερο και σαφώς περισσότερο προσεγμένο από ό,τι των υπολοίπων. Ενίσταμαι, επομένως, διότι η ισότης των πολιτών παραμένει νεκρό συνταγματικό γράμμα.

Ακολούθως, πήγαμε για φαγητό, αφού προηγουμένως δοκιμάσαμε την ευχάριστη έκπληξη της απροσδοκήτου ελεύσεως του Nada, ο οποίος ενόμιζε (ο αφελής) ότι θα έφευγε το ίδιο απόγευμα, όπως είχε αρχικώς κανονίσει. Λοιπόν, φανταστείτε, η ώρα 3 το μεσημέρι, κάτω από το λιοπύρι, ένα τσούρμο τρισάθλιους περιπλανώμενους να περπατούν για να την πλησιέστερη ταβέρνα: έλα μωρέ που θα παίρναμε αυτοκίνητα, δυο βήματα είναι. Φυσικά, η ταβέρνα δεν μας άρεσε – εσείς τι περιμένατε δηλαδή; Οπότε επιστροφή, αλλά ούτε λόγος για ποδαρόδρομο: ας πάρουμε το τραμ για δύο στάσεις παρακάτω. Το τραμ αργούσε, εμείς περιμέναμε, ο Godot ισορροπούσε στις ράγες, οι επιβάτες από την απέναντι στάση κοιτάζανε την ατραξιόν: αν βάζαμε εισιτήριο, θα πηγαίναμε για γεύμα στην «Ιθάκη» με λιμουζίνα και σωφέρ με λιβρέα. Αντίστοιχες σκηνές εκτυλίχθηκαν και μέσα στο τραμ – αλλά εκεί ο κόσμος έδειξε περισσότερη κατανόηση – σου λένε, τα καημένα τα παιδιά, τα βάρεσε ο ήλιος.

Στην ταβέρνα, ωραία ήτανε, αρχίσαμε τις γνωστές συζητήσεις επί παντός του επιστητού, ήπιαμε τις μπυρίτσες μας, και κατά τις 6 είπαμε να το διαλύσουμε διότι είχαμε και το βραδινό. Οι boy δεν θα μπορούσαν να έρθουν λόγω της μικρής, ο υπουργός (που δεν ήρθε ούτε στην ταβέρνα) είχε πει ότι μάλλον δεν θα ερχόταν ούτε εκείνος, ο Nada προσπαθούσε να βρει τρόπο ν’ αλλάξει το εισιτήριο επιστροφής, εγώ ήθελα καφέ και ο Godot επίσης. Ωραία, πόση ώρα κάνεις να πιεις έναν καφέ; Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εμάς μας πήρε αρκετή πάντως, διότι 9.30 το βράδι ξεκουνήσαμε και πήραμε το μετρό για την Αθήνα, μέσα στην αθλιότητα. Δέκα και κάτι είμαστε στο μπαρ “Waiting for Godot”, ασφαλώς, πώς αλλιώς θα το έβγαζε ο άνθρωπος το μπαρ, Barbarella; (Εξεπλάγην για την τοποθεσία του μπαρ, διότι εκείνη ακριβώς η περιοχή είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένη με τη ζωή μου). Μόνo η Cherry είχε πάει, αλλά μέχρι να ετοιμαστεί το κοκτέιλ μαρτίνι (προσκυνώ, φίλτατε Godot) άρχισαν να μαζεύονται: reservoir dogs, mmg, atron, dcd, annanias, nada, Μαριώ, Ευάγγελος, υπουργός – ξεχνάω κανέναν, πάλι; Όλο και κάποιος θα μου διαφεύγει. Ε, τώρα, λύσσαξε ο Mboy να του πούμε τι έγινε στο μπαρ. Τι να έγινε, χρυσέ μου; Λες και δεν ξέρεις. Δόστου συζητήσεις επί συζητήσεων. Πάλι δεν κατάφερα να μιλήσω με τη Μαριώ, τον δε Nada τον είχε πάρει μονότερμα ο dcd, κάποια στιγμή με ρώτησε ο άνθρωπος κάτι περί Αλεξάνδρου Σούτσου, είναι να μιλάς για τέτοια σε τέτοιες περιστάσεις; δεν ήταν κατάλληλη η φιλολογική θεματική – το αφήσαμε για άλλη φορά. Λίτσα, rd και mmg: τις τρεις μάγισσες στον Macbeth τις θυμάται κανείς; Όλο ψου-ψου-ψου και μυστικοπάθειες. Και χρωματικά υπήρξε εναρμόνισις: άσπρα εγώ, μαύρα η rd, ασπρόμαυρα η mmg. Είναι να μην τρελαθείς; Αλλά τα είπαμε – τα στίγματα εδόθησαν ή ανανεώθησαν (διότι με την rd γνωριζόμαστε από παλιά και βρεθήκαμε η μία απέναντι στην άλλην, στο προηγούμενο ταξίδι μου). Ζούμε μεγάλες στιγμές, φιλτάτη.

Τελικώς, πάλι στις 4 το διαλύσαμε, λίγο-πολύ. Ο Ευάγγελος, φυσικά, δεν έχασε την ευκαιρία να κλέψει τη δόξα του υπουργού, ο οποίος είχε αναχωρήσει ενωρίτερα. Τουτέστιν, εσυνόδευσε στα σπίτια τους τη γράφουσα και την Cherry, ενώ η rd έμεινε να φυλάει τις τελευταίες Θερμοπύλες με τον Nada.

Την επομένη, ώρα εγέρσεως η εβδόμη πρωινή. Φτιάξιμο βαλίτσας και αναχώρηση. Ήμουν στο σπίτι στις 13.45 το μεσημέρι – με την αίσθηση ότι έλειπα αιώνες. Με περίμενε ένας νέος πανζουρλισμός, διότι ξαφνικά έγινα περιζήτηση για συνέδρια – μωρέ δεν με παρατάτε; Τώρα το θυμηθήκανε. Και σήμερα το πρωί, τα γνωστά τηλέφωνα: ερωτήσεις, απορίες, δουλειές με φούντες και θυσσάνους, μεσημεράκι κατάφερα να ανοίξω το μηχάνημα του διαβόλου.

Όσο το έχουμε αυτό, ευτυχώς δεν χανόμαστε, βρε. Κι ας είμαστε διασκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος – και των θαλασσών οσονούπω, αγαπητέ Godot.

Πολυλογίες, πάλι. Σεντονάκια δεν θέλατε; Ατυχώς, οι λέξεις δεν κατάφεραν να χωρέσουν όλα εκείνα που συμπυκνώθηκαν στο μπεγλεράκι που μου χάρισε η rd μαζί με το «καλό ταξίδι». Ασπίδα προστασίας για το «κακό το μάτι», αγαπητή μου – ξέρεις εσύ.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 6:36 μ.μ. | Ενθύμιον | 25 σημειώσεις
Κυριακή, Ιουνίου 18, 2006
Μύθοι και παραδόσεις

Με αφορμή ένα post του Ροΐδη

Πριν από μερικές μέρες, ο Ροΐδης καταπιάστηκε με το θέμα της διδασκαλίας λαογραφικών παραδόσεων (δέστε εδώ), υποστηρίζοντας ότι δι' αυτών μπορεί να συντηρούνται ρατσιστικές νοοτροπίες. Φυσικά, οι αντιδράσεις ήσαν αναμενόμενες: ανωνύμως και επωνύμως, ο Ροΐδης κατηγορήθηκε, με τη συνήθη φρασεολογία, ότι επιζητεί να ισοπεδώσει τα ιερά και τα όσια.

Το βρήκα εξαιρετικά διασκεδαστικό. Διότι, η λαϊκή παράδοση θεωρείται, από τους διαφωνούντες με τον Ροΐδη, ως το νάμα της φυλής, το απολύτως αληθές, σωστό και ωραίο. Αποκαλύπτει την ταυτότητά μας, τη μοναδικότητά μας και «άλλα ηχηρά παρόμοια». Και φυσικά, όποιος κατηγορεί τη λαϊκή παράδοση, ουσιαστικά είναι ανθέλλην.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Και αυτά τα πράγματα είναι πολλά: κατ’ αρχάς, πότε μας προέκυψε (και εν Ελλάδι και διεθνώς) αυτή η ιστορία με τη λαϊκή παράδοση; Ποιος ήταν ο ρόλος της; Σε τι μπορεί να χρησιμεύει; Πώς μπορούμε να τη χειριστούμε – πέραν του να διοργανώνουμε φολκλορικού τύπου αναπαραστάσεις παλαιών εθίμων; Πλείστα όσα ερωτήματα, και δεν ξέρω αν χωράνε σ’ ένα post.

Η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, συνδέθηκε στην Ευρώπη με δύο παραμέτρους – το ρομαντισμό και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Οι ρομαντικοί βρήκαν στα δημοτικά τραγούδια, λ.χ., την καλύτερη επιβεβαίωση των θεωριών τους περί εμπνεύσεως, γλώσσας, γνησιότητας και ορμητικής έκφρασης συναισθημάτων. (Είναι δε ειρωνικά ενδιαφέρον ότι οι μπαλλάντες του Ossian, ενός κέλτη βάρδου, που λατρεύτηκαν από τους άγγλους ρομαντικούς, αποδείχτηκαν αργότερα πλαστές, επινοημένες από τον «εκδότη» τους, τον James Macpherson). Ωστόσο, η γένεση του λαογραφικού ενδιαφέροντος δεν είναι προϊόν του ρομαντισμού. Παράγεται από την αλληλεπίδραση ποικίλων παραγόντων που διαρκεί αρκετά χρόνια και εκδηλώνεται για πρώτη φορά στα 1774, όταν εκδίδεται η δίτομη ανθολογία του γερμανού διαφωτιστή Herder, με τίτλο «Παλαιά λαϊκά τραγούδια». Ο Isaiah Berlin έχει αναλύσει με εξαιρετική σαφήνεια τούτο το παράδοξο: αν και διαφωτιστής, ο Herder υποστηρίζει πως κάθε λαός έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, τα δικά του νοοτροπικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνονται από μια σειρά αντικειμενικών παραγόντων, όπως το κλίμα και η γεωγραφική θέση. Αυτός ο ισχυρισμός όμως αντιστρατεύεται τη θεμελιώδη αρχή του Διαφωτισμού ότι υπάρχουν καθολικές αρχές, που ισχύουν για όλους τους ανθρώπους· αν μη τι άλλο, ο Herder επιμένει ότι το γούστο, η συγκίνηση, η έκφραση συναισθημάτων δεν υπόκεινται σ’ αυτήν την αρχή.

Είναι γνωστό ότι ο Herder αργότερα θεωρήθηκε πρόδρομος του ναζισμού. Στην πραγματικότητα, ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό του «γερμανικού έθνους» (δεν τον ονομάζω «εθνικιστή», επειδή σήμερα ο όρος έχει φορτιστεί αρνητικά – όμως στην πραγματικότητα του 18ου-19ου αι., η υποστήριξη της δημιουργίας εθνικών κρατών ήταν μια επιλογή προοδευτική, αν αναλογιστεί κανείς ποιο ήταν το κυρίαρχο πολιτικό-πολιτειακό μοντέλο και τι ακριβώς επεδίωκε η Ιερά Συμμαχία). Και, δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία αυτή ξεκίνησε από τη Γερμανία, που με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας είχε διασπαστεί σε μικρά κρατίδια· έτσι, ο εντοπισμός των κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών θα αποσαφήνιζε ποιο είναι το γερμανικό έθνος, συνεπώς θα όριζε εκ των πραγμάτων τα εδάφη που αυτό θα έπρεπε να περικλείει (αντίστοιχη εξέλιξη είχαμε και στην Ιταλία, επίσης διασπασμένη σε μικρά κρατίδια, που φτάνει στην ενοποίησή της στα μέσα περίπου του 19ου αι.)

Η λαογραφία, λοιπόν, ακόμη κι αν γεννήθηκε από το γνήσιο και αμερόληπτο ενδιαφέρον για τον προσδιορισμό των κοινών χαρακτηριστικών ενός λαού, συνδέθηκε άμεσα με πολιτικές και γεωπολιτικές ανάγκες και επιλογές. Τούτο δεν καθιστά ύποπτο το περιεχόμενό της (επιμένω στη διάκριση μεταξύ «ουσίας/περιεχομένου» και «χρήσης», για να συνεννοούμαστε), όμως καταδεικνύει μια πραγματικότητα: αν προορίζεις μια δραστηριότητα για συγκεκριμένο σκοπό, τότε θα υπερτονίσεις κάποια στοιχεία της και θα παραβλέψεις άλλα.

Για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, όπου συμβαίνουν διάφορα παράδοξα. Η λογική προσδοκία είναι ότι ανάλογος θα ήταν ο ρόλος του λαογραφικού ενδιαφέροντος και στην περίπτωση της Ελλάδας, αφού ισχύουν και οι δύο προϋποθέσεις: η κυριαρχία του ρομαντισμού και η δημιουργία ενός εθνικού κράτους. Όμως, δεν έγινε έτσι ή τουλάχιστον δεν ξεκίνησε έτσι το πράγμα. Ο σταθερός ιδεολογικός άξονας αναφοράς, τόσο της ελληνικής επανάστασης όσο και του ελληνικού κράτους, ήταν η αρχαιότητα (κυρίως δε, η περίοδος από τους περσικούς πολέμους μέχρι τα χρόνια του Αλεξάνδρου· είναι γνωστό ότι ο νεοελληνικός Διαφωτισμός θεωρούσε τον Αλέξανδρο ως καταστροφέα της αρχαίας δημοκρατίας). Έτσι, παρ’ όλο που υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για τα δημοτικά τραγούδια στα προεπαναστατικά χρόνια, η παράμετρος της λαϊκής παράδοσης δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την ίδρυση του κράτους. Η ελληνική ρομαντική ποίηση, αν και ξεκινά από διαφορετική αφετηρία, καταλήγει να είναι καθαρολογική και συντηρητική αισθητικά και ιδεολογικά, εφόσον, μέσω των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών, συνδέεται άμεσα με την πολιτική αναγκαιότητα.

Η θεωρία του Fallmerayer, ο οποίος απέρριψε την ιδέα της καταγωγής των νεότερων Ελλήνων από τους αρχαίους, ανακίνησε βέβαια το ζήτημα, αλλά οι πρώτες αντιδράσεις των Ελλήνων λογίων κινήθηκαν επίσης στον άξονα της αρχαιότητας. Μετά το 1850 άρχισε να διευρύνεται το πεδίο ώστε να περιλάβει και τη λαϊκή παράδοση. Ήταν φυσικό, επειδή εκείνη την εποχή ο Κων. Παπαρρηγόπουλος διατυπώνει το περίφημο σχήμα της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα, δια του Βυζαντίου, στη σύγχρονη εποχή. Έτσι, με δεδομένο πλέον το ιδεολογικό πλαίσιο, η λαογραφία εκλήθη να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις (βλ., λ.χ., τη Μελέτη επί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων του Ν. Γ. Πολίτη το 1871, όπου οι παρούσες παραδόσεις των νεοελλήνων ανάγονται σε αντίστοιχες των αρχαίων, ενώ εξετάζεται και η επιβίωσή τους στα βυζαντινά χρόνια). Ο Ν. Γ. Πολίτης, όμως, δεν ήταν ο πρώτος: ήδη από το 1852 ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (που εισήγαγε τον όρο «ελληνοχριστιανικός») προβάλλει τα δημοτικά τραγούδια ως ασφαλέστερα τεκμήρια της ταυτότητας του νεοέλληνα και θεωρεί ότι αυτά μπορούν να σώσουν το έθνος (και τη λογοτεχνία του) από τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις, ιδίως δε από την επίδραση του «ανήθικου» ρομαντισμού (σημειώνω εδώ το ελληνικό παράδοξο: η δημοτική ποίηση χρησιμοποιήθηκε ως αντίδοτο στον ρομαντισμό, σε αντίθεση με ό.τι συνέβη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία). Παρόμοια γράφει το 1869 και το 1873, ο (πρώην ρομαντικός) ποιητής Σπ. Βασιλειάδης, και το 1877 ο Εμμ. Ροΐδης (στο περίφημο δοκίμιό του «Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως», όπου υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, την προκλητική για την εποχή του θέση ότι ο χριστιανισμός ελάχιστα επέδρασε στην ελλ. δημοτική ποίηση: «Μόνα αυτού ίχνη ανακαλύπτωμεν εν τη δημοτική ημών ποιήσει ολίγα τινά ράσα, κηρία, κόλλυβα, λιβάνια και κατακλείδια».) Με εξαίρεση τον Ροΐδη, ο Ζαμπέλιος και ο Βασιλειάδης καταφέρονται εναντίον του ρομαντισμού και προτείνουν τη δημοτική ποίηση ως βάση για τη δημιουργία «αληθώς ελληνικής λογοτεχνίας», προκειμένου το έθνος να συγκεντρώσει τις υγιείς και ηθικές του δυνάμεις και να επιτελέσει τον προορισμό του στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Έστω και αργά, λοιπόν, η λαογραφία στην Ελλάδα εντάσσεται σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο και σαφές πολιτικό πλαίσιο.

Νομίζω πως τα ιστορικά παραδείγματα είναι αρκετά για αποκαλύψουν το είδος και την έκταση της ιδεολογικής χρήσης ενός υλικού, που αν κανείς το χειριζόταν διαφορετικά θα οδηγούσε σε άλλα δεδομένα. Για παράδειγμα, ήδη από τον 19ο αι. είχε διαπιστωθεί ότι κάποια δημοτικά τραγούδια (όπως «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού») υπήρχαν σε παραλλαγές σε όλο το βαλκανικό χώρο μέχρι τα εδάφη της σημερινής Γερμανίας· σε αντίστοιχα πορίσματα κατέληξε η έρευνα του Samuel Baud-Bovy για «Της Άρτας το γιοφύρι» (ακολουθώντας, όμως, αυτή τη γραμμή σκέψης, για ποια μοναδικότητα αισθήματος και λαϊκής δημιουργίας θα ομιλούσαμε); Αλλά, δεν είναι μόνο τα δημοτικά τραγούδια: οι εθνολόγοι και οι ανθρωπολόγοι μιλούν για κοινούς μυθολογικούς πυρήνες που ανευρίσκονται λ.χ. στους μεσογειακούς λαούς, οι οποίοι επίσης έχουν παρόμοιες συνήθειες, έθιμα και παραδοσιακές πρακτικές (δεντρολατρία, λ.χ., λαϊκές αντιλήψεις για το ψωμί, το κρασί και το λάδι κ.ο.κ.) Από μιαν άλλη σκοπιά, λοιπόν, η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, εκτός του να προσδιορίσει την ταυτότητά μας σε αντιδιαστολή με τους άλλους (καταδεικνύοντας τις διαφορές), μπορεί επίσης να αποκαλύψει ποια είναι τα κοινά μας στοιχεία με τους άλλους – και αυτό είναι το σύγχρονο αίτημα των μελετητών του γεωπολιτισμού σε διεθνές επίπεδο, ως αντίδραση στη «νέα παγκόσμια τάξη».

Πέρα από την ιδεολογική/πολιτική της χρήση, όμως, η λαογραφική έρευνα έδειξε ότι όντως η συντριπτική πλειονότητα των παραδόσεων και των εθίμων μπορεί ν’ αναχθεί στην αρχαιότητα – σχεδόν όλα τα ευετηριακά έθιμα παραπέμπουν σε διονυσιακές τελετές· ομοίως τα περισσότερα ταφικά έθιμα (σε μερικές περιοχές της Ελλάδας, βάζουν, λ.χ., ένα μεταλικό νόμισμα στα δάχτυλα του νεκρού – για να μη μιλήσω τώρα για το κρασί που ρίχνουν στο χώμα πριν ξεκινήσει ένα γλέντι «για τους θεούς και για τους πεθαμένους», όπως λένε)· ομοίως οι αιματηρές θυσίες (ο κόκορας που σφάζεται στη θεμελίωση του σπιτιού ή ο «Μπέης», στη Θράκη, όπου σφάζεται ένας κριός μπροστά στο άροτρο). Λογικό δεν είναι; υπήρχε ζωή πριν από το χριστιανισμό. Αρκετά από τα προϋπάρχοντα έθιμα, η εκκλησία τα αφομοίωσε, επανερμηνεύοντάς τα (λ.χ., η πρακτική της δεντρολατρίας δεν εξέλιπεν, ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι κρεμάνε τάματα σε «ιερά δέντρα», μόνο που αυτά τα ιερά δέντρα συνδέονται πλέον με κάποιον άγιο, φύονται σε περιβόλους ναών κλπ.), άλλα δεν κατάφερε να τα καταπολεμήσει και απλώς τα ανέχθηκε (λ.χ. το καρναβάλι, την πρωτομαγιά).

Φυσικά, όσοι τηρούν αυτά τα έθιμα, σπανίως γνωρίζουν την προέλευση και την ιστορία τους – τα τηρούν διότι έτσι έμαθαν από τους παπούδες τους. Όσοι όμως ανάγουν τη λαϊκή μας παράδοση σε θέσφατο, γνωρίζουν άραγε το πραγματικό της περιεχόμενο; Αναρωτιέμαι - ο Ροΐδης θα δεχόταν τα επικριτικά σχόλια που δέχτηκε, αν λ.χ. αντί για τους θρύλους που παρέθεσε, επέλεγε να αναφερθεί σε παραδόσεις/έθιμα όπου είναι εμφανής η πίστη στη μαγική λειτουργία των αντικειμένων (κυρίως στα αποτροπαϊκά έθιμα); Φαντάζομαι ότι αυτά θα καταδικάζονταν συλλήβδην ως ανόητες προλήψεις. Και τι συμβαίνει με συνήθειες που εμπλέκουν χριστιανικά σύμβολα; Όταν, λ.χ., ζυμώνεις ψωμί, πρέπει «σταυρώσεις» το ζυμάρι, δηλ. να «χαράξεις» επάνω του με το χέρι σου το σημείο του σταυρού, και μετά να το αφήσεις να φουσκώσει· επίσης, λένε ότι αν θέλεις να φτιάξεις προζύμι, πρέπει να βουτήξεις στο νερό ένα κλωνί βασιλικό που θα τον έχεις πάρει από την εκκλησία στις 14 Σεπτεμβρίου, διαφορετικά το προμύμι δεν φουσκώνει (φυσικά, φουσκώνει, χημική αντίδραση γίνεται, το έχω δοκιμάσει άπειρες φορές): λοιπόν, αυτά είναι επίσης ανόητες προλήψεις ή όχι;

Οι παραδόσεις, οι μύθοι, οι θρύλοι, ό,τι τέλος πάντων περιλαμβάνεται στον όρο «λαϊκή παράδοση», αντανακλούν τη νοοτροπία, τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις περασμένων εποχών. Ακολουθώντας το μίτο τους, μπορείς να κινηθείς μέσα στο λαβύρινθο του παρελθόντος για να διαπιστώσεις συνέχειες ή ασυνέχειες, σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Πρωτίστως είναι υλικό για μελέτη (το αν κανείς τις τηρεί ή όχι είναι προσωπική υπόθεση), και ως τέτοιο υπόκειται επίσης σε κριτική, σε ανάλυση, σε αξιολόγηση. Το γεγονός ότι κάποιος επισημαίνει πώς χρησιμοποιήθηκε μια αντίληψη, μια ιδέα, μια θεωρία, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι περιφρονεί ή απορρίπτει αυτήν την ιδέα. Αυτονόητο, θα μου πείτε. Ναι, αυτονόητο. Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 9:15 π.μ. | Ενθύμιον | 38 σημειώσεις
Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006
Άχθος ημερών (ανόητες εξομολογήσεις στην αρχή μιας καινούριας μέρας)

Ναι, οι τελευταίες μέρες δεν είναι από τις καλύτερες, ξέρετε τώρα, από αυτές που όλα έρχονται όπως τα θέλεις – ή περίπου (υπάρχουν και τέτοιες μέρες – σπάνιες, αλλά υπάρχουν). Κάθε άλλο: φαίνεται πως το «σύμπαν» συνωμοτεί υπογείως για να μου σπάσει τα νεύρα και μην πιστεύετε αυτά που λέει ο Κοέλιου. Υποπτεύομαι ότι κάποιοι από σας βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, αν διαβάζω σωστά πίσω από τις γραμμές των κειμένων.

Ωραία, τι κάνουμε λοιπόν κάτι τέτοιες μέρες; Προσωπικώς, θα ήθελα να κάνω πολλά: να εξαφανιστώ από προσώπου γης, για παράδειγμα (τι καλά, θα γλιτώσετε και από τα είδη προικός). Ή να πάω να βρω δυο-τρεις καλούς φίλους και να προσπαθήσουμε να επαληθεύσουμε το ρητό in vino veritas – μέχρι τελικής πτώσεως. Ή να πάρω το αυτοκίνητο και να οδηγώ, ακούγοντας μουσική, έτσι, χωρίς προορισμό.

Τελικά δεν ακολουθώ τις παρορμήσεις μου – δεν εξαφανίζομαι, δεν πάω να βρω τους φίλους, δεν οδηγώ χωρίς προορισμό. Απλώς περιμένω. Αλλά, όχι αδρανής. Τη σιχαίνομαι την αδράνεια. Τη φοβάμαι. Νιώθω ξαφνικά να χάνεται το σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια μου και να διολισθαίνω στο μελόδραμα, στην αισθηματολογία, στη συγκινησιακή ελαφρότητα. Επικίνδυνα πράγματα – εμένα με οδηγούν στην ανοησία. Είναι πολύ εύκολο να μαζευτώ σε μια γωνιά και να κλαψουρίζω, κατηγορώντας τους πάντες και τα πάντα, απολαμβάνοντας την ανεύθυνη στάση στη παθητικότητας. «Τι να κάνουμε, τα πράγματα πάνε στραβά…» Αλλά εδώ και χρόνια αποφάσισα ότι αυτός ο ρόλος δεν μου αρέσει· κάνει τους άλλους να σε συμπαθούν (κατά κανόνα), όμως έχει κάτι γλυκανάλατο.

Περιμένω και χλευάζω. Η ειρωνική τοποθέτηση απέναντι στις καταστάσεις είναι μια καλή άσκηση αυτοελέγχου. Με πιάνει και ένα παράλογο πείσμα – μωρέ, τι λες που θα αφήσω τις συνθήκες να με καταβάλουν· τη δουλειά τους και τη δουλειά μου. Εννέα στις δέκα φορές, πιάνει: δεν καταφέρνω να αλλάξω τις συνθήκες, αλλά τουλάχιστον δεν κλαψουρίζω. Ανώφελοι ηρωισμοί, θα αντιτείνει κάποιος, συνηθισμένος να κρίνει εκ του αποτελέσματος· εξαρτάται τι ορίζει κανείς ως αποτέλεσμα.

Ποιο είναι το μυστικό; Δεν ξέρω, τα μυστικά δεν τα εμπιστεύομαι. Πριν από μερικά χρόνια, σε μια πραγματικά δύσκολη περίοδο της ζωής μου (τη δυσκολότερη ως τώρα) πήρα μια απόφαση. Είχα περάσει μήνες ολόκληρους σε πολύ άσχημη κατάσταση κι ένα πρωί (μπορεί και να ήταν πολύ αργά τη νύχτα· δεν θυμάμαι αν είχα ξενυχτήσει ή είχα ξυπνήσει μαύρο χάραμα) ένιωσα κουρασμένη από τον ίδιο μου τον εαυτό· και είπα «βαρέθηκα να είμαι άσχημα, τελείωσε, από τώρα θα είμαι καλά». Έκτοτε παραμένω σταθερή σ’ αυτήν την απόφαση. Με δυσκολία, κάποτε, επειδή υπάρχουν στιγμές που σχεδόν ισοπεδώνεσαι: αλλά, τουλάχιστον, κατάφερα να μειώσω τη διάρκειά τους – είναι στιγμές όχι μέρες ή εβδομάδες (φυσικά, η χρονική διάρκεια δεν έχει και τόση σημασία· μία μοναδική ελάχιστη στιγμή μπορεί να περιέχει μεγάλες δόσεις συμπυκνωμένης οδύνης).

Δεν ξέρω αν στην παρούσα συγκυρία έρθει μια από εκείνες τις στιγμές. Πιθανότατα θα τη γλιτώσω, λόγω εποχής. Το φως του θέρους, σκληρό και αδυσσώπητο, δεν επιτρέπει την επί μακρόν παραμονή σε ζοφερές διαθέσεις. Απογυμνώνει κάθε απόπειρα απομόνωσης, δείχνει τα πράγματα χωρίς τη μαγική παραμόρφωση της ομιχλώδους σκοτεινιάς. Είσαι πεσμένος στο βάθος του γκρεμού, τσακισμένος από την πρόσκρουση στους βράχους, μέσα σ’ ένα τοπίο άνυδρο, στεγνό, αποστεωμένο. Καμία μαγεία, κανένα μυστήριο, καμιά παραμυθένια παρουσία. Σηκώνεσαι και ψάχνεις να βρεις νερό ή πεθαίνεις.

Ίσως γι’ αυτό αγαπάω το καλοκαίρι περισσότερο – επειδή δεν σκεπάζει τα πράγματα με πέπλα μυστηρίου. Ούτε υπόσχεται προσδοκίες σωτηρίας.
 
Από τη Λίτσα κατά τις 7:13 π.μ. | Ενθύμιον | 20 σημειώσεις
Ο πλανήτης Τλον και ο Daniel Webster (σχεδίασμα περί αναλογίας)

Τι σχέση άραγε υπάρχει ανάμεσα στο σκηνικό μιας ιστορίας του Jorge Luis Borges και στον αμερικανό πολιτικό, ρήτορα και δικηγόρο Daniel Webster (1782-1852· απλή συνωνυμία με τον άλλον Webster, τον John, συγγραφέα των θεατρικών Ο λευκός διάβολος και Η δούκισσα του Μάλφι); Εκ πρώτης όψεως καμία, βεβαίως. Εν τούτοις, θα μπορούσαν να αναφερθούν ομού στο πλαίσιο μιας συζήτησης περί αναλογίας: στον μπορχεσιανό πλανήτη Τλον, αρκούσε ακόμη και η απλή διαπίστωση της πλέον απόμακρης αναλογίας για να δημιουργηθούν πράγματα· από την άλλη, ο Daniel Webster έμεινε στην ιστορία ως ο ομιλητής που δεν χρησιμοποίησε ποτέ αναλογίες. Αν το δούμε από διαφορετική σκοπιά, η ατμόσφαιρα του πλανήτη Τλον είναι πλησιέστερη στη δική μας πραγματικότητα, αφού η χρήση της αναλογίας είναι το συνηθέστερο ίσως χαρακτηριστικό του ανθρώπινου λόγου και της ανθρώπινης σκέψης εξ ου και ο W. H. Auden όρισε κάποτε τον άνθρωπο ως «ένα ζώο που κατασκευάζει αναλογίες»· είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι όσο συνήθης είναι η χρήση της αναλογίας, άλλο τόσο κοινό είναι το να λαμβάνει κανείς (εσκεμμένως ή όχι) μια αναλογία ως ταυτότητα (αν συμβαίνει αυτό, τότε έχουμε λογική πλάνη). Στο πλαίσιο αυτής της ίδιας σκοπιάς, ο κ. Webster μοιάζει μάλλον εξωγήινος ή πάντως δεν εμπίπτει στον ορισμό του Auden για τον άνθρωπο.

Τι είναι, όμως, αναλογία; H αναλογία είναι η διαπίστωση ομοιοτήτων ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα ή τάξεις πραγμάτων. Οι όροι «παρομοίωση», «μεταφορά», «προηγούμενο», «μοντέλο», «καρικατούρα», «σενάριο» (στο πλαίσιο της ερμηνευτικής, όχι της κινηματογραφικής ορολογίας), πέρα από την ειδικότερη λειτουργία που μπορεί να υποσημαίνουν, είναι στην ουσία αναλογίες αφού επισημαίνουν ομοιότητες με έναν τρόπο άμεσο ή έμμεσο, εμβριθή ή σατιρικό. Ομοίως, η παραβολή και ο μύθος είναι κείμενα που βασίζονται ακριβώς στην αναλογία, η δε ερμηνεία τους (και η συναγωγή του όποιου ηθικού τους διδάγματος) στηρίζεται στην ανακάλυψη των σχέσεων/ομοιοτήτων που έχει η παραβολική ή μυθική ιστορία με ένα τμήμα της πραγματικής ζωής.

Οι ομοιότητες αυτές μπορεί να αναφέρονται σε χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχουν τα συγκρινόμενα μέλη· πρόχειρο παράδειγμα, η παρομοιαστική έκφραση που χρησιμοποίησε ο Όμηρος για τον Αχιλλέα: «ως λέων επόρουσεν», λέει ο ποιητής, συγκρίνοντας την ορμητικότητα, την ηγεμονικότητα και την ανδρεία του ήρωα με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του λιονταριού. Οι επισημαινόμενες ομοιότητες, όμως, μπορεί να αναφέρονται στις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε ζεύγη αντικειμένων: «Ό,τι είναι η δύση για την ημέρα, είναι το γήρας για τον βίο», θα πει ο Αριστοτέλης. Εδώ, ο συσχετισμός των όρων γήρας - δύση / βίος - ημέρα δεν γίνεται με βάση μια μοναδική ιδιότητα, αλλά με βάση το είδος της σχέσης που κρατεί ανάμεσά τους.

Kάθε αναλογία αποτελείται από δύο μέρη, το πρωτεύον θέμα ή αναλογικό υποκείμενο (στο παράδειγμα από τον Όμηρο είναι ο Αχιλλέας) και το ανάλογον ή αναλογικό αντικείμενο (ο λέων). Και ποια είναι η σχέση αναλογικού υποκειμένου και αναλογικού αντικειμένου; Μια και ο λόγος περί αναλογίας, ας χρησιμοποιήσω κι εγώ μία: όπως ακριβώς δεν μπορούμε να ονομάσουμε ένα πρόσωπο “αδελφό”, χωρίς να υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο του οποίου το πρώτο να είναι αδελφός, έτσι δεν μπορούμε να έχουμε αναλογικό αντικείμενο χωρίς να υπάρχει ο πρωτεύων όρος της σχέσης, δηλαδή το αναλογικό υποκείμενο. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ένα πρόσωπο μπορεί να έχει πολλά αδέλφια· με τον ίδιον τρόπο, ένα αναλογικό υποκείμενο μπορεί να έχει άπειρα αναλογικά αντικείμενα.

H αναλογία μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη όταν θέλουμε να εξηγήσουμε ή να περιγράψουμε κάτι ή όταν επιθυμούμε να καταστήσουμε ζωντανό και εντυπωσιακό το λόγο μας. Αυτή η λειτουργία, η επεξηγηματική, είναι η πιο συνηθισμένη στα φιλοσοφικά κείμενα – κατεξοχήν παράδειγμα, οι πλατωνικοί διάλογοι. Συχνά, οι φιλόσοφοι καταφεύγουν σε κάτι γνωστό και οικείο, για να καταστήσουν σαφές αυτό για το οποίο μιλούν. Έτσι, ο Joannes Scotus Erigena (περ. 810-880 μ.Χ.) χρησιμοποίησε ως αναλογικό αντικείμενο τη σχέση ανάμεσα στα μάτια και στο φως για να εξηγήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη θεία χάρη και την ανθρώπινη ελευθερία.

Η αναλογία δεν μπορεί να έχει αποδεικτική ισχύ – κι αυτό είναι ένα στοιχείο που συνήθως ξεχνάμε, όταν ακούμε λ.χ. τους πολιτικούς να αντιπαρατίθενται δημοσίως ή να εκφωνούν προεκλογικές ομιλίες. Παλιά ιστορία: μιλώντας για την αναγκαιότητα της επανεκλογής του, ο Αβραάμ Λίνκολν είπε πως κανείς δεν θα έπρεπε να αλλάζει άλογα όταν βρίσκεται στη μέση ενός ποταμού. Από την άποψη της λογικής, η αναλογία αυτή δεν είναι βέβαια αποδεικτικός λόγος, αλλά μια πολύ ζωντανή εικόνα, που είχε στόχο, στην καλύτερη περίπτωση, να καταστήσει σαφή την αναγκαιότητα της επανεκλογής του, και, στη χειρότερη, να επηρεάσει τους ψηφοφόρους του.

Το γεγονός ότι η αναλογία δεν έχει αποδεικτική ισχύ, δεν σημαίνει πως δεν έχει τη δύναμη να επηρεάζει – το αντίθετο. Όταν ο Mιχαηλάγγελος είδε την κορνίζα που είχε αρχίσει να κατασκευάζεται στον τρούλο του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας είπε: «Mοιάζει με κλουβί για ακρίδες»· η κορνίζα του τρούλου, δεν τελείωσε ποτέ. Εν τοιαύτη περιπτώσει η απώλεια δεν θα πρέπει να ήταν σημαντική· ίσως η κορνίζα να ήταν πράγματι κακόγουστη. Άλλοτε, όμως η χρήση μιας αναλογίας μπορεί να είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνη. H φράση «μοιάζει με το ζαχαρένιο ανθρωπάκι πάνω στη γαμήλια τούρτα», που ειπώθηκε για τον Thomas E. Dewey, υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων για το προεδρικό αξίωμα το 1944 και το 1948, πιθανόν να του κόστισε την εκλογή του. Και οι δύο αυτές αναλογίες είναι κατά κάποιον τρόπο παραπλανητικές, αφού στην πραγματικότητα κάνουν κάτι περισσότερο από το να επεξηγούν. Για να ξαναθυμηθούμε τον Auden, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προκύπτει από το γεγονός ότι οι άνθρωποι τείνουν να εκλαμβάνουν τις αναλογίες ως ταυτότητες. Ο κακός πολιτικός σίγουρα δεν είναι το ζαχαρένιο ανθρωπάκι της γαμήλιας τούρτας, όπως και η κορνίζα του τρούλου δεν ήταν κλουβί για ακρίδες. Από τη στιγμή, όμως, που κάποιος κάνει τους παραπάνω συσχετισμούς, λες και τα πράγματα χάνουν την αληθινή τους υπόσταση και προσλαμβάνουν μονίμως ως ουσιώδη την αναλογική ομοιότητα – όπως ακριβώς συμβαίνει στον πλανήτη Τλον.

Είναι προφανές ότι η δύναμη μιας αναλογίας μπορεί να μας παρασύρει να αποδεχτούμε κάτι που ενδεχομένως θα απορρίπταμε, αν μας το έλεγαν με τρόπο απλούστερο ή λιγότερο εντυπωσιακό. Στην πραγματικότητα, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε την επεξηγηματική από την παραπλανητική χρήση της αναλογίας. Υπάρχουν ορισμένα σημεία που μπορούμε να εξετάζουμε πριν αποδεχτούμε μιαν αναλογία και πριν αποφασίσουμε τι σκοπούς εξυπηρετεί.

Πρώτα-πρώτα, το αναλογικό αντικείμενο θα πρέπει να είναι πιο οικείο σε μας απ’ ό,τι το αναλογικό υποκείμενο. Αν ένας χημικός θελήσει να εξηγήσει πώς ο άνθρακας σχηματίζει δεσμούς με άλλα στοιχεία, ασφαλώς δεν θα το καταφέρει χρησιμοποιώντας ως αναλογικό αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίο το λίθιο συνδυάζεται με το υδρογόνο εκτός κι αν απευθύνεται σε χημικούς.

Ύστερα, το αναλογικό αντικείμενο θα πρέπει να έχει την ίδια βαρύτητα με το αναλογικό υποκείμενο. Θυμάμαι τώρα ότι, όταν ο Άντσο, ο νεαρός μοναχός-αφηγητής στο Όνομα του Pόδου, περιγράφει τον Σαλβατόρε με τα λόγια «το πρόσωπό του ήταν συναρμολογημένο από κομμάτια άλλων προσώπων σαν τις πολύτιμες λειψανοθήκες που είδα κάποτε να είναι φτιαγμένες από υπολείμματα άλλων σκευών», αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για την αταίριαστη σύγκρισή του και σημειώνει: «αν επιτρέπεται να συγκρίνουμε τα μικρά με τα μεγάλα και τα θεία με τα διαβολικά». Αν το αναλογικό αντικείμενο δεν αρμόζει από κάποια άποψη στο αναλογικό υποκείμενο, τότε το αποτέλεσμα είναι κωμικό, συγκινησιακό, γελοίο πάντως, όχι αποσαφηνιστικό. Όταν ακυρώθηκε η εκλογή του Amadeus, δούκα της Σαβοΐας, στο παπικό αξίωμα, ο Kαλβίνος είπε ότι ο Amadeus ικανοποιήθηκε με το καπέλο του καρδινάλιου, όπως ένας σκύλος που γαβγίζει ικανοποιείται με μια μπουκίτσα. Συγκρίνοντας τον απογοητευμένο δούκα με έναν σκύλο που γαβγίζει, ο Kαλβίνος υποτιμά και τον πρώην πάπα και την ανταμοιβή που του δόθηκε. H χρήση της αναλογίας εδώ δεν εξυπηρετεί επεξηγηματικούς σκοπούς, αλλά προσλαμβάνει τον χαρακτήρα έμμεσης κρίσης που εκφέρεται μέσω της γελοιοποίησης.

Τέλος, το ίδιο το αναλογικό αντικείμενο δεν θα πρέπει να είναι παραπλανητικό. H αλήθεια είναι πως κάθε αναλογία είναι δυνάμει παραπλανητική, γιατί πάντα υπάρχουν ορισμένες διαφορές ανάμεσα στο αναλογικό υποκείμενο και στο αναλογικό αντικείμενο. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αποκλείσουμε την πιθανότητα, κάποιος να αποδώσει στο αναλογικό υποκείμενο χαρακτηριστικά που απαντούν μόνον στο αναλογικό αντικείμενο. Έτσι, η αναλογία μπορεί να επηρεάσει στάσεις και αντιλήψεις, όχι με επιχειρήματα ή γεγονότα, αλλά με τη δημιουργία εντυπώσεων. Αν το αναλογικό αντικείμενο είναι κάτι με το οποίο διαφωνούμε ή αηδιάζουμε, τότε τείνουμε να αντιμετωπίζουμε το αναλογικό υποκείμενο με τον ίδιον τρόπο. Προσωπικώς, θεωρώ άκρως ανεπιτυχή την εξ αναλογίας προκύπτουσα φράση «φιδίσιο κορμί» που λέμε για τις ευλύγιστες χορεύτριες, επειδή δεν αποδίδω στο αναλογικό υποκείμενο στη χορεύτρια μόνο ένα χαρακτηριστικό του αναλογικού αντικειμένου την ευλυγισία του φιδιού αλλά και την αηδία ή τη φρίκη που μου προκαλούν τα ερπετά (την οποία είχα την ευκαιρία να αισθανθώ πρόσφατα, όταν είδα ένα φίδι στον κήπο μου). Tο γεγονός, όμως, ότι όλες οι αναλογίες είναι δυνάμει παραπλανητικές, δεν σημαίνει πως κάθε αναλογία πράγματι μας παραπλανά. Η επιλογή αναλογικών αντικειμένων χρειάζεται προσοχή. Θα ήταν αφελές να πιστεύει κάποιος ότι θα μπορούσε να μας πείσει να αγαπάμε τα ζώα, λέγοντας πως φιλόζωοι υπήρξαν ο Xίτλερ, ο Pούντολφ Ες και η Mπριζίτ Mπαρντό γιατί περισσότερο από τη φιλοζωία, θα σταματούσαμε (και δικαιολογημένα) στις αποκρουστικές ιδιότητες των δύο πρώτων ονομάτων.

Μοιάζει με παιχνίδι – νομίζω – και κατά την άποψή μου αρκούντως διασκεδαστικό. Πάντως, μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να αντιληφθούμε ποια είναι η συλλογιστική ικανότητα του ομιλούντος και ενδεχομένως ποιες είναι προθέσεις του. Βεβαίως, γνωρίζοντας τους κανόνες, μπορούμε επίσης να παραπλανήσουμε δια της αναλογίας – το ίδιο συμβαίνει και με τη Λογική: αν γνωρίζουμε τους κανόνες, μπορούμε να μην πέφτουμε θύματα εξαπάτησης/παραπλάνησης αλλά μπορούμε επίσης να παραπλανήσουμε τους άλλους. Και αυτό είναι εν τέλει υπόθεση επιλογής.

(Αλλά δεν τελειώσαμε – υπάρχει και το αναλογικό επιχείρημα· αυτά σε επόμενο post).

 
Από τη Λίτσα κατά τις 6:24 π.μ. | Ενθύμιον | 7 σημειώσεις
Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2006
Το πρόβλημα του κακού

(Από ένα σχόλιο της montresor)

Από τα επιχειρήματα που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της ύπαρξης του θεού, το πιο ισχυρό και δύσκολα ανατρέψιμο είναι το επιχείρημα που αναφέρεται στο πρόβλημα του κακού (μπαίνω στο πειρασμό να σημειώσω ένα ακόμη που αφορά τη θεϊκή παντοδυναμία: αν ο θεός είναι παντοδύναμος, τότε θα μπορούσε να φτιάξει μια πέτρα που δεν θα μπορούσε να σηκώσει; Ακολουθείστε το και θα δείτε ότι δεν οδηγεί πουθενά, μοιάζει με λογικό παράδοξο: αν ο θεός μπορούσε να φτιάξει μια πέτρα που δεν θα μπορούσε να τη σηκώσει, τότε δεν θα ήταν παντοδύναμος, επειδή αν ήταν παντοδύναμος θα μπορούσε να σηκώσει την πέτρα, αλλά και πάλι δεν θα ήταν παντοδύναμος, αφού δεν θα μπορούσε να φτιάξει μια τέτοια πέτρα κ.ο.κ.).

Η πιο απλή και τυπική διατύπωση του επιχειρήματος που βασίζεται στο πρόβλημα του κακού είναι η εξής:

Ο Θεός είναι πανάγαθος, παντογνώστης και παντοδύναμος.

Υπάρχει πολύ κακό στον κόσμο και είναι άνισα και άδικα κατανεμημένο.

Αν υπήρχε θεός, τότε δεν θα υπήρχε το κακό στον κόσμο, επειδή ως πανάγαθος δεν θα το επέτρεπε, ως παντογνώστης θα γνώριζε ότι υπάρχει και ως παντοδύναμος θα μπορούσε να το εξαφανίσει.

Επομένως, ή δεν υπάρχει θεός ή ο θεός δεν είναι πανάγαθος ή δεν είναι παντοδύναμος ή δεν είναι παντογνώστης.

Το πρόβλημα του κακού θέτει σε δοκιμασία μία από τις τρεις ιδιότητες του θεού και θα μπορούσε να επιλυθεί αν θυσιαζόταν η θεία αγαθότητα ή η παντογνωσία ή η παντοδυναμία. Όμως, σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική έννοια του θεού, ο θεός πρέπει να έχει και τις τρεις ιδιότητες· αντιθέτως, στην αρχαία ελληνική θρησκεία, λ.χ., δεν εγείρεται το πρόβλημα του κακού, επειδή οι θεοί δεν έχουν καμία από τις ιδιότητες αυτές.

Στην προσπάθειά ν’ ανατραπεί το επιχείρημα, αναπτύχθηκαν δύο μέθοδοι. Η πρώτη ασχολείται με την προκείμενη «Υπάρχει πολύ κακό στον κόσμο και είναι άδικα και άνισα κατανεμημένο». Μερικοί, λ.χ., υποστηρίζουν ότι το κακό είναι ψευδαίσθηση, η οποία μάλιστα προκαλείται από την έλλειψη πίστεως και ότι αυτή η ψευδαίσθηση θα χαθεί με την ενδυνάμωση της πίστης· είναι προφανές ότι αυτή θεωρία ελέγχεται δια της απλής προσφυγής στην εμπειρία. Αλλά, υπάρχει και θεωρητικός αντίλογος: το κακό φαίνεται τόσο πραγματικό, όσο και το αγαθό που απολαμβάνουμε· το να ισχυριστούμε ότι «το κακό είναι ψευδαίσθηση και το καλό πραγματικό», είναι προβληματικό – γιατί, λ.χ., να μην ισχύει το αντίστροφο; Στο ίδιο πλαίσιο, υπάρχουν ορισμένοι (όπως, λ.χ., ο Αυγουστίνος) που ισχυρίζονται ότι το κακό δεν υπάρχει ως οντότητα αλλά απλώς είναι η απουσία του καλού – κι έτσι όμως το πρόβλημα δεν λύνεται.

Η δεύτερη μέθοδος αντι-επιχειρηματολογίας αποπειράται να ερμηνεύσει γιατί ένας τέλειος θεός επέτρεψε το κακό. Οι θεωρίες που διατυπώθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση ονομάζονται «θεοδικίες» και επιχειρούν να λύσουν το πρόβλημα του κακού, χωρίς να θυσιάσουν καμία από τις ιδιότητες του θεού. Οι παραδοσιακές θεοδικίες είναι οι ακόλουθες:

1. η θεοδικία της αντίθεσης, που μας λέει ότι δεν θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε και εκτιμήσουμε έναν τέλειο κόσμο, επειδή αναγνωρίζουμε και εκτιμούμε κάτι ως αγαθό, μόνο μέσα από την αντίθεσή του με το κακό. Γι’ αυτό λοιπόν, ο θεός έβαλε το κακό στον κόσμο.

2. η θεοδικία του σκοπού, που μας λέει ότι μια ζωή όλο ηδονές και χωρίς εμπόδια, όπου δεν θα είχαμε ν’ αγωνιστούμε για τίποτα, θα ήταν χωρίς νόημα και σκοπό· έτσι ο θεός έβαλε το κακό στον κόσμο για να δώσει νόημα και σκοπό στη ζωή.

3. η θεοδικία της ηθικής ποιότητας, που μας λέει ότι τα μεγαλύτερα αγαθά που έχουμε είναι το θάρρος, το έλεος και η συμπάθεια. Αυτά όμως εκδηλώνονται και αναπτύσσονται μόνο μέσα από την αντιμετώπιση του κακού. Γι’ αυτό ο θεός έβαλε το κακό στον κόσμο, ώστε να μπορούμε να έχουμε εν ενεργεία αυτά τα αγαθά.

Σ’ αυτές τις τρεις θεοδικίες εγείρεται μία τουλάχιστον αντίρρηση, που όμως μένει αναπάντηση: γιατί χρειαζόμαστε τόσο κακό για να συλλάβουμε το αγαθό ή για ν’ αποκτήσει νόημα η ζωή μας ή για να καλλιεργήσουμε το θάρρος κλπ; Αφού ο θεός είναι παντοδύναμος, γιατί δεν έφτιαξε έναν κόσμο όπου το κακό δεν θα ήταν απαραίτητο; (Σημειώνω ότι το επιχείρημα δεν μιλά μόνο για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, αλλά και για την ποσότητά του και για την άδικη και άνιση κατανομή του). Επιπλέον, όσοι επικαλούνται τη θεοδικία 3, ισχυρίζονται ότι το θάρρος κλπ. πρέπει να αναπτυχθούν ως αγαθές ποιότητες (μέσα από την αντιμετώπιση του κακού), ώστε να απολαύσουμε μελλοντική ανταμοιβή στον παράδεισο· και γεννάται το ερώτημα, για ποιο λόγο να υποστεί κανείς τόσα βάσανα και τόσο κακό, για ν’ αναπτύξει ποιότητες (θάρρος, έλεος κλπ.) τις οποίες δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει ποτέ μέσα στον παράδεισο (όπου δεν υπάρχει κακό);

4. Η θεοδικία της τιμωρίας και της προειδοποίησης, που μας λέει ότι το κακό είναι το μέσο που έχει ο θεός για να τιμωρεί τους ενόχους και να προειδοποιεί αυτούς που μπαίνουν στον πειρασμό ν’ αμαρτήσουν. Αλλά, αυτή η θεοδικία δεν εξηγεί γιατί υποφέρουν οι αθώοι - λ.χ., τα μικρά παιδιά ή τα θύματα ενός σεισμού, μιας ηφαιστειακής έκρηξης κλπ. Αν δεχτούμε ότι οι αθώοι τιμωρούνται για να παραδειγματιστούν οι ένοχοι, τότε μιλάμε για έναν θεό ανήθικο και πάντως όχι πανάγαθο. Επιπλέον, αν τιμωρείς τον αθώο, δεν έχεις πολλές πιθανότητες να συνετίσεις τον ένοχο.

5. Η θεοδικία της ελεύθερης βούλησης, που μας λέει ότι ο θεός ήθελε να μας δώσει το δώρο της ελευθερίας, την ικανότητα να επιλέγουμε τη συμπεριφορά μας. Αλλά εφόσον μας δόθηκε αυτή η ελευθερία, μπορούμε να ενεργούμε λανθασμένα. Το κακό λοιπόν οφείλεται στην κακή χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας. Αυτή η θεοδικία φαίνεται πιο πειστική από τις προηγούμενες με μια πρώτη ματιά. Όμως, δεν εξηγεί το λεγόμενο φυσικό κακό (λ.χ. σεισμοί, πλημμύρες κλπ) που δεν οφείλεται σε ανθρώπινες πράξεις. Επιπλέον, υπάρχει ένα είδος θεωρητικής περιπλοκής ανάμεσα στην παντογνωσία και στην ελεύθερη βούληση. Παρ’ όλο που η θεϊκή παντογνωσία δεν προκαθορίζει την επιλογή, εγείρονται επιφυλάξεις σχετικά με το αν όντως υπάρχει ελεύθερη βούληση, αφού ο θεός γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα κάνει ο άνθρωπος. Επιπλέον, αφού γνωρίζει ότι οι άνθρωποι μέσω της ελεύθερης βούλησής τους θα παραγάγουν το κακό, ουσιαστικά του επιτρέπει να υπάρξει. Το όλο πρόβλημα, τελικά, ανακύπτει σε διαφορετικό επίπεδο.

6. Η θεοδικία του θεϊκού σχεδίου (η πιο πρόσφατη από τις προηγούμενες), που μας λέει ότι ο θεός έβαλε το κακό στον κόσμο, επειδή είχε στο νου του κάποιο σχέδιο. Αυτό το σχέδιο όμως είναι μυστηριώδες και πέραν των ορίων της ανθρώπινης κατανόησης («άγνωστοι αι βουλαί…»). Οι πολέμιοι αυτής της θεωρίας ισχυρίζονται ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρχει κάποιο μεγάλο ανεξιχνίαστο αγαθό που να υπηρετείται από τόσο κακό – κι επιπλέον, υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αυτό το αγαθό θα μπορούσαμε να το συλλάβουμε με τις περιορισμένες μας δυνατότητες;

Φυσικά, υπάρχουν κι άλλες θεοδικίες – του Αυγουστίνου, του Ειρηναίου, του Λάιμπνιτς κλπ., οι οποίες μπορεί να συνδυάζουν μερικές από τις παραπάνω. Ούτε αυτές όμως έχουν ανατρέψει το επιχείρημα με το πρόβλημα του κακού – σε τελική ανάλυση, στη βάση κάθε θεοδικίας προϋποτίθεται η ύπαρξη της πίστης. Η χρήση της λογικής από την πλευρά όσων πιστεύουν, δεν οδηγεί πουθενά. Από την άλλη, όσοι θα ήθελαν να πιστέψουν, καλόν είναι να μην περιμένουν έλλογες αποδείξεις.
 
Από τη Λίτσα κατά τις 12:20 μ.μ. | Ενθύμιον | 24 σημειώσεις
Τρίτη, Ιουνίου 13, 2006
Συγγνώμη κύριε… Ποιος είστε;

Α, ρε αυτά τα παλαιά λαϊκά άσματα, ενίοτε αποδίδουν πλήρως αυτό που θέλουμε να πούμε. Είναι που μερικές φορές, κάτι γίνεται, κάτι διαβάζεις, ε, και τον χάνεις τον έλεγχο. Κι ενώ προετοιμάζεσαι να σούρεις τα εξ αμάξης, κάνει ένα κλικ το γρανάζι εντός, και σού ’ρχεται αυτομάτως ο τίτλος ή ο στίχος άσματος περιπαθούς, λαϊκού και νταλγκαδιάρικου. Και τον παραθέτεις, αντί άλλου σχολίου – τοιουτοτρόπως, δε, διασώζεται η καλή σου ανατροφή (εφόσον αποφεύγεις το υβρεολόγιον) και περιπαικτικώς προκαλείς να σε θεωρήσουν επιπέδου κατωτάτου, καθότι ποιος σοβαρός άνθρωπος θα παρέπεμπε σε σκυλάδικο;

Φυσικά, κάποιος φταίει για όλα αυτά. Για τη χρήση του άσματος εννοώ. Διάβασα το post του Πάνου ("Τα blogs είναι χωματερή ιδεών"....), όπου παρατίθεται η άποψις Γιαννακίδη τινός περί των blogs – συμποσουμένη η κεντρική ιδέα στη φράση ότι περιέχουν ιδέες για τη χωματερή ή κάτι τέτοιο. Φυσικά, ο Πάνος παραθέτει το κείμενο και το σχολιάζει παράγραφο-παράγραφο και ακολουθούν ουκ ευάριθμα σχόλια – αγανακτισμένα και ειρωνικά τα περισσότερα.

Δικαίως. Και, αν θέλετε, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν με ενοχλεί η προσφυγή στις λογικές πλάνες. Είπαμε: «όχι συμπόνοια στους εχθρούς της συμπόνοιας και όχι ελευθερία στους εχθρούς της ελευθερίας» - παλαιό, σοφό σύνθημα.

Τώρα, διακινδυνεύω να επαναλάβω πράγματα που έχω ξαναγράψει, εφόσον αρκετές φορές το blogging έχει επικριθεί από μέλη της blogογειτονιάς για διαφόρους λόγους. Ελπίζω πως δεν θα ξαναπώ τα ίδια – αν το κάνω, είναι λόγω του απολύτως ελεγχόμενου εκνευρισμού μου· πιθανόν, σε κάποιο σημείο να διαπιστώσω ότι χρειάζεται μια υψηλότερη κορόνα.

Αυτή τη φορά, όμως, το blogging δέχτηκε κριτική εκ των έξω. Θεμιτόν. Σε τελική ανάλυση, ο λόγος είναι ακόμη ελεύθερος σ’ αυτήν τη χώρα – ή μήπως όχι; Αλλά, σιχαίνομαι αυτές τις κοινοτοπίες που λέγονται περί της καλοδεχούμενης καλόπιστης κριτικής κλπ. κλπ. και της συνακόλουθης ανωτερότητας. Επιπλέον, δεν με αφορά αν η κριτική του κ. Γιαννακίδη είναι καλόπιστη ή όχι· άλλα με απασχολούν.

Κατ’ αρχάς, το blogging αποτελεί προσωπική επιλογή, ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι σεβαστή ανεξαρτήτως των κινήτρων της. Στη blogόσφαιρα άλλοι γράφουν για να γλιτώσουν την ψυχανάλυση, άλλοι θέλουν να βρουν σύντροφο ή φίλο, άλλοι γράφουν για την πλάκα τους, άλλοι επιδιώκουν να βγάλουν λεφτά, άλλοι επιζητούν να γίνουν διάσημοι βγάζοντας ένα βιβλίο. Λοιπόν; Ποιος έχει ορίσει πότε και υπό ποίες συνθήκες πρέπει κανείς να διατηρεί blog; Και γιατί θα πρέπει, σώνει και καλά, όλοι όσοι συμμετέχουν να έχουν το ίδιο κίνητρο και την ίδια άποψη γι’ αυτό που κάνουν; Σάμπως, όλοι οι συνάδελφοι του κ. Γιαννακίδη, φερ’ ειπείν, είναι αφοσιωμένοι στη ζήτηση της αληθείας; Μήπως υπάρχει σύμπνοια στόχων, προθέσεων και επιδιώξεων σε όλα τα μέλη ενός επαγγέλματος, ενός κόμματος, μιας οποιαδήποτε ομάδας; Όχι – συνεπώς, γιατί ενοχλεί η πανσμπερμία στο blogging;

Ο κ. Γιαννακίδης εσημείωσε ότι σ’ αυτή τη χωματερή ιδεών (στα blogs) μπορεί κανείς – με πολύ κόπο, είν’ αλήθεια – να ανακαλύψει και «διαμαντάκια»· προσέξτε, όχι διαμάντια, διαμαντάκια, προφανώς ο κ. Γιαννακίδης υποθέτει ότι οι bloggers είναι άπειροι νέοι και νέες που δοκιμάζονται στην έκφραση και τη διατύπωση σκέψεων και ιδεών. Διαμαντάκια, λοιπόν, μην πολυπαίρνουμε κι αέρα. Αν θέλετε να φτάσετε στην κατηγορία των διαμαντιών, χρυσούλια μου, έχετε πολύ δρόμο ακόμα. Δεν κερδίζεται τόσο εύκολα η δόξα – και ο έπαινος του επαΐοντος.

Διαβάζοντας κι εγώ αυτά, ρώτησα εν πλήρη απορία (στο σχόλιό μου): ποιος είπαμε ότι είναι ο κ. Γιαννακίδης; Αν, ας πούμε, κάτω από το άρθρο υπέγραφε, λ.χ., ένας Συκουτρής, ένας Στυλ. Αλεξίου, ένας Γ. Βελουδής, ένας Κ. Θ. Δημαράς (περιορίζομαι σε μερικούς από τους εξέχοντες του δικού μου κλάδου – μπορείτε να προσθαφαιρέσετε ονόματα, κατά βούλησιν, ανάλογα με τα δικά σας κριτήρια), δεν θα είχα την απορία. Πιθανόν να μη συμφωνούσα με τα λεγόμενά τους, αλλά θα αναγνώριζα ότι το πεδίο των γνώσεων και της εμπειρίας τους, τους δίνει το (ηθικό, διότι περί αυτού πρόκειται) δικαίωμα να προβαίνουν σε τέτοιες διακρίσεις, για τον επιπλέον λόγο ότι θα ήταν σαφέστερα σ’ εμένα τα κριτήριά τους. Αλλά η ιδιότητα (και τα κριτήρια) του κ. Γιαννακίδη δεν μου είναι σαφή. Ομιλεί ως δημοσιογράφος; Ως φιλόλογος; Ως φιλόσοφος; Ως λογοτέχνης; Ως αναγνώστης; (σ’ αυτήν την περίπτωση, βέβαια, δικαιούται πλήρως να κρίνει βάσει της ευαρέσκειας ή της απαρέσκειάς του, να εφαρμόζει δηλαδή τις αρχές της υποκειμενικής θεωρίας αξιολόγησης, θα έπρεπε όμως να γνωρίζει ότι, τότε, δεν μας ομιλεί περί των blogs, αλλά περί του εαυτού του – το κατά πόσον ο εαυτός του αποτελεί αρκούντως ενδιαφέρον θέμα ώστε να του αφιερώνεται χώρος στην εφημερίδα είναι άλλη υπόθεση). Μ’ αυτές τις απορίες, εζήτησα (στο ίδιο σχόλιο) να πληροφορηθώ για τις περγαμηνές του και τα διακριτικά του: με ποια ιδιότητα, λοιπόν, προέβη σ’ αυτήν την κρίση ο κ. Γιαννακίδης;

Από το ερώτημα αυτό προέκυψε κι ένα ακόμα: με ποια κριτήρια αποφασίζει ποια είναι σκουπίδια και ποια «διαμαντάκια»; Και η κορόνα: ποιος τον διόρισε κριτή; Η εφημερίδα; Ο θεός; Αυτοδιορίστηκε; Διότι, είναι αυτονόητο ότι η κριτική αποτελεί απαράγραπτο δικαίωμα σε κοινωνίες που απολαμβάνουν το αγαθό της ελευθερίας του λόγου – μόνο που κάπως πρέπει να νομιμοποιείται κανείς. Και, πέρα από ιδιότητες, περγαμηνές, και διακριτικά, εκείνο που πρωτίστως τον νομιμοποιεί είναι το ίδιο του το κείμενο – κατά πόσο είναι αναλυτικό, δομημένο, ψύχραιμο· κατά πόσο φανερώνει τις συλλογιστικές του ικανότητες και τις ικανότητές του να κάνει σωστές διακρίσεις· κατά πόσο αποφεύγει τις γενικεύσεις και επιχειρεί να εντοπίσει την ουσία των πραγμάτων· κατά πόσο στοχεύει να κατανοήσει, να εξηγήσει, να περιγράψει σε βάθος αντί να βάλει ετικέτες αδόκιμης ταξινόμησης, να παραπλανήσει, να δημιουργήσει εντυπώσεις. Και ένα ακόμη, όχι λιγότερο σημαντικό: κατά πόσο εκφέρει κρίσεις (άρα, τεκμηριώνει) και όχι γνώμες (άρα, λέει τι του αρέσει και τι όχι) και κατά πόσο παρουσιάζει τις γνώμες του για κρίσεις. Λοιπόν, αν το κείμενό του δεν πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν νομιμοποιείται να κάνει κριτική, ακόμη κι αν τον διόρισε ο θεός ο ίδιος.

Δεν είμαι οπαδός των θεωριών συνωμοσίας ούτε μου αρέσει να βρίσκω σκοτεινά κίνητρα πίσω από τις πράξεις των άλλων. Όμως, τείνω να συμφωνήσω με τις παρατηρήσεις ορισμένων bloggers που σχολίασαν το δημοσίευμα ως ένα είδος αντίδρασης των ΜΜΕ απέναντι σ’ ένα φαινόμενο που αισθάνονται ότι τους απειλεί. Αντίστοιχες αντιδράσεις σημειώθηκαν τον τελευταίο χρόνο στις Η.Π.Α. εναντίον των blogs (σχεδίαζα να γράψω κάτι και τώρα θα το κάνω οπωσδήποτε). Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη ερμηνεία, επί του παρόντος. Κι αν γίνομαι καχύποπτη, είναι επειδή το ίδιο το κείμενο γεννά υποψίες περί των πραγματικών του στόχων. Εκτός κι αν ο κ. Γιαννακίδης στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει πώς γράφεται ένα κείμενο και παραδίδει στην εφημερίδα του ένα άτεχνο, κακογραμμένο κομμάτι – αλλά τότε, οι απορίες μου προβάλλουν έτι περαιτέρω δικαιολογημένες.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 1:35 μ.μ. | Ενθύμιον | 27 σημειώσεις
W. H. Auden, Διαβολική Επιστήμη

Πάσα ακριβής επιστήμη κυριαρχείται από την ιδέα του κατά προσέγγισιν(Μπέρτραντ Ράσελ). Αν είναι έτσι, τότε η διαβολική επιστήμη διαφέρει από την ανθρώπινη στο ότι στερείται της εννοίας του κατά προσέγγισιν: πιστεύει ότι οι νόμοι της είναι ακριβείς.

Η Ηθική δεν πραγματεύεται τον κόσμο. Η Ηθική πρέπει να αποτελεί μια συνθήκη του κόσμου, όπως η λογική (Βιτγκενστάιν). Σ’ αυτό, ο Θεός και ο Διάβολος συμφωνούν. Είναι μια καθαρά ανθρώπινη αυταπάτη να υποθέτουμε ότι οι νόμοι της πνευματικής ζωής είναι, όπως η νομοθεσία μας, θετοί νόμοι τους οποίους μπορούμε να παραβιάζουμε. Μπορούμε να τους περιφρονούμε είτε τυχαίως, δηλαδή λόγω άγνοιας, είτε εσκεμμένως, αλλά δεν μπορούμε να τους παραβιάζουμε, όπως δεν μπορούμε να παραβιάσουμε τους νόμους της ανθρώπινης φυσιολογίας μεθώντας.

Ο Διάβολος δεν ενδιαφέρεται για το κακό, επειδή το κακό είναι εξ ορισμού αυτό που πιστεύει ότι γνωρίζει ήδη. Γι’ αυτόν, το Άουσβιτς είναι ένα πεζό γεγονός, όπως η ημερομηνία της μάχης του Χέηστινγκς. Ενδιαφέρεται μόνο για το αγαθό, το οποίο, μέχρι τώρα, έχει αποτύχει να κατανοήσει βάσει των απόλυτων προϋποθέσεών του· η Αγαθότητα είναι η ψύχωσή του.

Το πρώτο ανθρωπολογικό αξίωμα του Διαβόλου δεν είναι Όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί, αλλά Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι· και το δεύτερό του αξίωμα: Οι άνθρωποι δεν πράττουν: συμπεριφέρονται μόνον.

Μιλώντας από τη σκοπιά των ανθρώπων, το να βάλεις κάποιον σε πειρασμό σημαίνει να του προσφέρεις κάποιο δέλεαρ για να αψηφήσει τη συνείδησή του. Μ’ αυτήν τη σημασία, δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Διάβολο ότι μας βάζει σε πειρασμό, επειδή γι’ αυτόν η συνείδηση είναι πλάσμα της φαντασίας. Ούτε μπορούμε ορθώς να θεωρήσουμε ότι προσπαθεί να μας κάνει να πράξουμε οτιδήποτε, επειδή δεν πιστεύει στην ύπαρξη πράξεων. Αυτό που για μας είναι ένας πειρασμός, γι’ αυτόν είναι ένα πείραμα: προσπαθεί να επιβεβαιώσει μια υπόθεση για την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ένας από τους μεγαλύτερους πνευματικούς μας πειρασμούς είναι η φαντασίωσή μας ότι ο Διάβολος ενδιαφέρεται προσωπικώς για τη δική μας καταδίκη εις το αιώνιον πυρ. Δεν δίνει δεκάρα για την ψυχή μου, όπως ο Ντον Τζιοβάνι δεν έδινε δεκάρα για το σώμα της Ντόνα Ελβίρα. Γι’ αυτόν είμαι ο χιλιοστός-τρίτος-στην-Ισπανία.

Μπορεί κανείς να φανταστεί τον Παράδεισο ως έχοντα έναν Τηλεφωνικό Κατάλογο, αλλά θα έπρεπε να είναι γιγάντιος, επειδή θα περιελάμβανε τα Κύρια Ονόματα και τις διευθύνσεις όλων των ηλεκτρονίων στο Σύμπαν. Αλλά η Κόλαση δεν θα μπορούσε να έχει κανέναν, επειδή στην Κόλαση, όπως στη φυλακή και στον στρατό, οι κάτοικοί της δεν αναγνωρίζονται από το όνομα αλλά από τον αριθμό. Δεν έχουν αριθμούς, είναι αριθμοί.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 6:12 π.μ. | Ενθύμιον | 15 σημειώσεις
Επίκαιρα και διαβολικά

Ακόμη κι αν δεν άνοιγα τηλεόραση, θα το μάθαινα από μια διαφήμιση που επιμένει να ξεπετάγεται κάθε φορά που ανοίγω το yahoo. Πέτυχα, πάντως, και τη διαφήμιση στην τηλεόραση και, βεβαίως, ενημερώθηκα από κάποιο δελτίο ειδήσεων που έκανε ρεπορτάζ για την αποφράδα ημέρα 6/06/06.

Ο λόγος για την ταινία The omen (Η προφητεία), την οποία βεβαίως δεν είδα και ούτε πρόκειται να δω. Τέτοιες ταινίες δεν μου αρέσουν για δύο λόγους: πρώτον, επειδή είχα δει, μικρή, τον Εξορκιστή κι έκανα βδομάδες να κοιμηθώ κι από τότε μου έχει μείνει τραύμα· κυρίως, όμως, επειδή μέσα από υποβλητική ατμόσφαιρα και βρώμικες ψυχολογικές χειραγωγήσεις διαιωνίζουν φόβους και ιδεοληψίες που απεχθάνομαι. Επιπλέον, τα περισσότερα από τα αμερικανικά θρίλερ τέτοιου τύπου χρηματοδοτούνται από τους ευαγγελιστές και το κίνητρο είναι η επιστροφή στο μεσαιωνικό ζόφο (εντάξει, έχω κι εγώ τις εμμονές μου).

Ως παιδί, φυσικά, φοβόμουν τον διάβολο – πάντως, πολύ λιγότερο απ’ ό,τι τον φοβήθηκα βλέποντας τον Εξορκιστή. Εν πάση περιπτώσει, κάτι τα θρησκευτικά που κάναμε στο Δημοτικό, κάτι τα κηρύγματα στον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, είχα μάθει ότι μια μοχθηρή δύναμη καραδοκεί να με αρπάξει. Μεγαλώνοντας, έβαλα τα πράγματα σε μια τάξη, καθώς οι παλαιές μου πίστεις και φόβοι άρχισαν να περνούν από την κρησάρα του έλλογου ελέγχου. Έκτοτε, ο διάβολος (ή Nick, όπως τον αποκαλούν οι Άγγλοι) μου προκαλούσε ενδιαφέρον ως λογοτεχνικός ήρωας (μέσα από τον Milton, τον Blake και τον Byron – μην ξεχάσω κι εκείνο το υπέροχο “The Prince of darkness is a gentleman” του Shakespeare): ο εκπεσών άγγελος (μαζί με τον Προμηθέα) υπήρξε το αρχέτυπο για τους ωραίους εγκληματίες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Φυσικά, σε άλλα συμφραζόμενα μου προκαλούσε απέχθεια – όταν κατάλαβα ότι επί αιώνες υπήρξε ο καλύτερος press agent της καθολικής εκκλησίας (και της ορθόδοξης, βέβαια, αν και σε μικρότερο βαθμό). Εκείνος που τον έβαλε στο παιχνίδι, έκανε πράγματι μια πολύ έξυπνη, θα έλεγα δαιμόνια, επιλογή: έδωσε πρόσωπο στους ανθρώπινους φόβους (διότι ο φόβος είναι πιο αποτελεσματικός όταν ταυτίζεται με κάτι, όταν έχει υπόσταση και όχι όταν είναι απρόσωπος και αφηρημένος), παρέχοντας ένα αποτελεσματικότατο μέσο ελέγχου των πιστών· ο φόβος, δε, αυξήθηκε όταν άρχισε να χαρτογραφείται η κόλαση από τους διάπυρους ιεροκήρυκες του μεσαίωνα και από ποιητές όπως ο Δάντης (αυτά σε άλλο post). Επιπλέον, όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, εφοδίασε την εκκλησιαστική και την κοσμική εξουσία με έναν εύκολο και ευέλικτο χαρακτηρισμό για τους εχθρούς της – οι αιρετικοί, οι Εβραίοι, οι μουσουλμάνοι, οι Ινδιάνοι, οι Κινέζοι, οι σοβιετικοί και πολλοί άλλοι έχουν κατά καιρούς ταυτιστεί με το πνεύμα του κακού, οπότε η εξόντωσή τους έχει θεωρηθεί θεάρεστο έργο, που εξασφαλίζει το εγκυρότερο συγχωροχάρτι για πρότερες αμαρτίες και οδηγεί στην καλύτερη θέση εντός του παραδείσου.

Αν το ψάξουμε λίγο καλύτερα το πράγμα, όμως, κάτι δεν ταιριάζει, κάτι περισσεύει, κάτι δεν υπολογίστηκε σωστά. Κατ’ αρχάς, αφού ο θεός είναι πανάγαθος, παντογνώστης και παντοδύναμος, τι στην ευχή κάνει ο διάβολος στον κόσμο; Ο θεός, ως πανάγαθος, δεν μπορεί να ανέχεται την παρουσία του· ως παντογνώστης, θα γνωρίζει ασφαλώς ότι υπάρχει· και, ως παντοδύναμος, μπορεί να τον εξαφανίσει με ένα φύσημα. Για να εξακολουθεί, ο διάβολος να υπάρχει και να ενεργεί, τούτο σημαίνει ότι ο θεός ή δεν γνωρίζει ότι υπάρχει (άρα δεν είναι παντογνώστης) ή δεν μπορεί να τον εξοντώσει (άρα δεν είναι παντοδύναμος) ή δεν θέλει να τον εξαφανίσει (άρα δεν είναι πανάγαθος). Όμως, σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη του θεού, το υπέρτατο ον έχει και τις τρεις αυτές ιδιότητες· αν εστερείτο μία από αυτές, οποιαδήποτε, τότε δεν θα ήταν το υπέρτατο ον. Ωραία, ας πούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα – πώς λοιπόν δικαιολογείται η ύπαρξη του διαβόλου στον κόσμο; (Εν πολλοίς, το ίδιο σκεπτικό ακολουθείται προκειμένου για την ύπαρξη του κακού εν γένει, αλλά κι αυτό παραπέμπεται σε άλλο post).

Τέτοιου τύπου ασυνέπειες οδήγησαν αρκετούς να φανταστούν ότι υπάρχουν δύο ισοδύναμοι θεοί, ο θεός και διάβολος ή ο θεός του καλού και ο θεός του κακού, που αντιμάχονται για την κυριαρχία του κόσμου (οι μανιχαίοι, οι γνωστικοί, οι καθαροί διαπνέονταν από αυτές τις αντιλήψεις), όμως θεωρήθηκαν αιρετικοί, χωρίς παρ’ όλα αυτά να διευθετηθεί το ζήτημα. Από την άλλη, διαβάζοντας κανείς τη Βίβλο δεν έχει ακριβώς την εικόνα της αντιπαλότητας: στον Ιώβ, ας πούμε, τα πάντα κινούνται στο επίπεδο ενός στοιχήματος – λέει ο διάβολος, άσε να τον βάλω τον φουκαρά σε πειρασμό, άσε να του κάνω κακό, να δούμε θα εξακολουθήσει να σου είναι τόσο πιστός; Και απαντά ο θεός: εντάξει, αν τα καταφέρεις, δικός σου. Ένα παιχνιδάκι, όπως αυτά που σκάρωναν οι Ολύμπιοι στους θνητούς, μόνο που ουδείς των Ολυμπίων διεξεδίκησε ποτέ τον τίτλο του «πανάγαθου». Το χειρότερο, όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι πως το παιχνίδι ήταν στημένο, διότι ο θεός, ως παντογνώστης, εγνώριζε τι θα έπραττε ο Ιώβ. Αν σκεφτούμε ότι δέχτηκε το στοίχημα για ν’ αποδείξει στον διάβολο πόσο περιορισμένες είναι οι δυνάμεις του (αλλά γιατί θα έπρεπε να το κάνει αφού ήταν παντοδύναμος; γιατί του «χρωστούσε» λογαριασμό;), φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι χρησιμοποίησε τον ατυχή Ιώβ ως εξιλαστήριο θύμα σε μια «διαμάχη» που δεν τον αφορούσε (όπως ακριβώς έκαναν οι Ολύμπιοι με τους Έλληνες και τους Τρώες, στη μυθολογική εκδοχή του Τρωικού πολέμου). Βεβαίως, μετά που τέλειωσε η δοκιμασία, ο θεός τον «αποκατέστησε» τον Ιώβ – μόνο που δεν του έδωσε πίσω εκείνα που είχε χάσει, αλλά τα αντικατέστησε με καινούρια· με άλλα λόγια, την αδικία δεν την επανόρθωσε και βέβαια δεν έσβησε (επειδή δεν μπορούν να σβηστούν) τον πόνο και τα δεινά που βίωσε ο Ιώβ.

Φυσικά, υπάρχουν αρκετοί που μιλούν για αναλογικό ή παραβολικό νόημα της ιστορίας του Ιώβ – αλλά και της Βίβλου εν γένει. Πάντως, είτε κυριολεκτικά τη διαβάσουμε είτε αναζητήσουμε το μεταφορικό της νόημα, το πρόβλημα παραμένει: η ύπαρξη του διαβόλου δεν συμβιβάζεται με την ύπαρξη ενός παντογνώστη, παντοδύναμου και πανάγαθου θεού. Επιπλέον, τι είδους θεός θα ήταν αυτός που θα χρειαζόταν ένα φόβητρο για να κρατήσει τους πιστούς του;

Υπήρχαν εποχές που οι άνθρωποι όχι απλώς πίστευαν στον διάβολο, αλλά μπορούσαν επίσης να τον δουν. Ολόκληρος ο μεσαίωνας κυριαρχήθηκε από τέτοιες παραισθησιακές πραγματικότητες· με τη διαφορά ότι εκείνοι που έκαναν ορατή και αισθητή την παρουσία του διαβόλου ήταν κυρίως οι ιεροεξεταστές με τις γνωστές μεθόδους (αν και δεν αναφέρεται στον μεσαίωνα, αλλά στις δίκες των μαγισσών του Σέηλεμ στα τέλη του 17ου αι., συνιστώ την εξαιρετική ταινία The Crucible, που βασίζεται στο θεατρικό του Arthur Miller). Θα περίμενε κανείς ότι μετά την Αναγέννηση θα εξαφανιζόταν το μοχθηρό φάσμα του κακού – πλην ματαίως, διότι τότε ακριβώς τον χρειάστηκε περισσότερο η Καθολική Εκκλησία, λόγω της Μεταρρύθμισης. Ατυχώς, ούτε ο Αιώνας των Φώτων κατάφερε να το εξοντώσει ούτε και η αισθητική του επανερμηνεία από τους ρομαντικούς και τους αισθητιστές. Και παρ’ όλο που η Ευρώπη φαίνεται να έχει πια ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τον διάβολο, οι Η.Π.Α. εξακολουθούν να κρατούν το θέμα ανοιχτό – με ταινίες όπως Η προφητεία.

(Γράφοντας τα παραπάνω, θυμήθηκα ένα κείμενο του W. H. Auden με τίτλο “Infernal Science”, που εσκεμμένως παραπέμπει στη «Χαρούμενη επιστήμη» του Νίτσε. Το ανεβάζω, ξεχωριστά· πίσω από το καυστικό ύφος του Auden, μπορεί κανείς να διακρίνει μερικές πολύ δυσάρεστες αλήθειες. Το είχε μεταφράσει πριν από χρόνια κάποιος φίλος).

 
Από τη Λίτσα κατά τις 6:04 π.μ. | Ενθύμιον | 14 σημειώσεις