Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006
Ένας ορισμός και σκόρπιες σκέψεις

Με αφορμή το χθεσινό post του Mboy

Γύρω στο 50 μ.Χ., γεννήθηκε στην Ιεράπολη της Φρυγίας, ο Επίκτητος. Οι γονείς του ήταν δούλοι, πράγμα που καθόριζε εν πολλοίς και τη δική του μοίρα. Ήρθε στη Ρώμη, έζησε για ένα διάστημα ως δούλος, αλλά κάποια στιγμή ο αφέντης του τον ελευθέρωσε. Από τότε, άρχισε να διδάσκει τη στωική φιλοσοφία – λεπτομέρειες για τη ζωή του δεν ξέρουμε, οπότε είναι άγνωστο πότε έμαθε γράμματα, πού και πώς ήρθε σ’ επαφή με τους στωικούς κλπ. Τέλος πάντων, όταν εγκατέλειψε τη Ρώμη, εγκαταστάθηκε στη Νικόπολη της Ηπείρου και ίδρυσε τη φιλοσοφική του σχολή· από τους πιο γνωστούς οπαδούς της διδασκαλίας του ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, ο «φιλόσοφος-αυτοκράτορας» (και πολλοί αναρωτιούνται πώς από έναν τέτοιο πατέρα, βγήκε το βλαστάρι ονόματι Κόμμοδος – πλην, η λαϊκή σοφία έχει λύσει τέτοιες απορίες, θυμοσοφικώς δηλούσα ότι «από ρόδο βγαίνει αγκάθι» και τανάπαλιν). Ο Επίκτητος δεν άφησε τίποτα γραπτό· οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις καταγράφηκαν από τον μαθητή του Αρριανό (Διατριβαί και Εγχειρίδιον). Κι αν τον θυμήθηκα σήμερα, είναι επειδή έδωσε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ορισμούς της ελευθερίας: ελεύθερος εστι ο ζων ως βούλεται.

Ο ορισμός μπορεί να ληφθεί με δύο τρόπους – περιγραφικώς και κανονιστικώς. Ας ξεκινήσουμε από τον περιγραφικό, αφήνοντας κατά μέρος αντιρρήσεις του τύπου: «και τι συμβαίνει αν αυτός ο ζων βούλεται να κλέψει τη σοδειά του γείτονά του;» Λοιπόν, αν το δούμε εμπειρικά, πράγματι ελεύθερος είναι αυτός που κάνει ό,τι θέλει – διαθέτει τα χρήματα, την εξουσία, το θράσος, τον κυνισμό, τον αμοραλισμό και ό,τι άλλη αρνητική ποιότητα προτιμάτε, και ενεργεί κατά τα γούστα και τις επιθυμίες του.

(Φυσικά, εδώ χρειάζεται μια διάκριση: η βούληση δεν μπορεί να υπερβεί τους φυσικούς περιορισμούς, διότι κάποιος επιθυμεί να ζήσει 435 χρόνια, πλην με την επιθυμία θα μείνει. Ας συμφωνήσουμε λοιπόν ότι από το πεδίο της βούλησης εξαιρούμε το φυσικώς αδύνατον – τουλάχιστον με την υπάρχουσα έννοια, διότι σε παλαιότερες εποχές φυσικώς αδύνατον μπορεί να ήταν ένα ταξίδι στο διάστημα).

Περνώντας στο κανονιστικό περιεχόμενο του ορισμού, βρισκόμαστε ενώπιον ποικίλων αντιρρήσεων – ένα παράδειγμα έδωσα ήδη. Όμως, ο συγκεκριμένος ορισμός δόθηκε στο πλαίσιο μιας ορισμένης φιλοσοφικής αντίληψης (ή φιλοσοφίας της ζωής), σύμφωνα με την οποία το επιδιωκόμενο ιδανικό είναι ένας βίος «απάθειας» και «αταραξίας» (με θετική νοηματοδότηση οι όροι)· γι’ αυτό, λ.χ., σου λέει ο Επίκτητος, περιόρισε τις επιθυμίες σου, μη στενοχωριέσαι για πράγματα που δεν εξαρτώνται από τη βούλησή σου (τα ουκ εφ’ ημίν), μην περηφανεύεσαι για πράγματα που επίσης δεν απέκτησες με τη βούληση και τις πράξεις σου (λ.χ., ομορφιά) και τα παρόμοια. Μέσα σ’ ένα τέτοιο φιλοσοφικό πλαίσιο, το να ζεις ως βούλεσαι ασφαλώς δεν θα παραβλάψει τη ζωή και τη βούληση των άλλων. Με τους ίδιους φιλοσοφικούς περιορισμούς, λαμβάνεται και μία ακόμη ρήση του Επικτήτου – «Κανένας δεν είναι ελεύθερος, αν δεν είναι κύριος του εαυτού του», που μπορεί να αναφέρεται στη δουλεία ή και στον έλεγχο των επιθυμιών/βουλήσεων του ατόμου.

Και ποια είναι η χρησιμότητα του ορισμού; – θ’ αναρρωτηθεί κανείς. Και για ποια ελευθερία μιλάμε όταν περιορίζουμε τη βούλησή μας; Και πώς καθορίζεται η βούληση; Και πώς ξέρουμε ότι η βούλησή μας είναι πραγματική και όχι επιβεβλημένη; Πολλές ερωτήσεις. Το αν μπορούμε να τις απαντήσουμε είναι μεγάλη ιστορία.

Κατ’ αρχάς, ο ορισμός του Επικτήτου έχει τις «χρησιμότητές» του: η πρώτη είναι πως πράγματι περιγράφει (επαναλαμβάνω, περιγράφει, δεν κανονίζει) το τι είναι ελευθερία και μάλιστα περιλαμβάνει και τις δύο ειδικότερες έννοιες: «ελευθερία από» και «ελευθερία να» (αυτά τα δύο είναι διακριτά – δεν είμαι ελεύθερη από τα δεσμά μου, αλλά είμαι ελεύθερη να σκέφτομαι). Η δεύτερη είναι πως κατ’ ουσίαν (και μέσω της διάκρισης που προανέφερα) υπαινίσσεται ότι αυτό που ονομάζουμε «απόλυτη ελευθερία» δεν υπάρχει. Η τρίτη είναι πως μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι ο ορισμός της ελευθερίας δεν είναι ανεξάρτητος από το φιλοσοφικό, θεωρητικό ή και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου απαντά: αλλιώς εννοεί την ελευθερία ο καπιταλισμός και αλλιώς ο σοσιαλισμός και για ν’ αποφασίσουμε ποια από τις δύο σημασίες είναι ορθή, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη κι άλλες παραμέτρους, αν φυσικά λειτουργούμε έξω από ιδεολογικές δεσμεύσεις.

Αν μου άρεσαν τα ρητορικά τερτίπια, θα έλεγα ότι, εφόσον οι φυσικοί νόμοι περιορίζουν τη βούλησή μας, έχει απαντηθεί και η δεύτερη ερώτηση. Αλλά, ας το πάρουμε πιο αναλυτικά, χρησιμοποιώντας την εμπειρική μέθοδο και τον κοινό νου. Αν αποφασίσεις, λοιπόν, να ζήσεις εντός κοινωνίας δεσμεύεσαι να περιορίσεις εκείνες τις επιθυμίες σου που θα ενοχλούσαν ή θα έβλαπταν τους άλλους και παίρνεις ως αντάλλαγμα την αντίστοιχη δέσμευση εκ μέρους των άλλων. Έτσι, δεν μπορείς να πας να μαζέψεις τη σοδειά του γείτονά σου επειδή είναι καλύτερη από τη δική σου, και παρομοίως δεν κινδυνεύεις να χάσεις τη δική σου σοδειά από έναν αρπακτικό γείτονα. Απλοϊκό παράδειγμα, αλλά κάπως έτσι ξεκίνησαν οι άγραφοι νόμοι της κοινωνικής συμβίωσης στις πρωτόγονες λεγόμενες κοινωνίες· και, πέρα από τις ατομικές ευθύνες, υπήρχαν και οι συλλογικές: η κοινότητα όφειλε να σεβαστεί κάποιους κανόνες – λ.χ., να μην κόψει τα δέντρα του διπλανού δάσους ή να μη βοσκήσει τα κοπάδια της σε μια συγκεκριμένη περιοχή· αυτές οι συλλογικές απαγορεύσεις συνήθως ανάγονται σε απολύτως ορθολογικά σχήματα (αν κόψουμε τα δέντρα, τον επόμενο χειμώνα ο χείμαρρος θα πάρει τις σκηνές μας) αλλά στα μέλη της κοινότητας προβάλλονταν συσχετισμένες με ιερούς τόπους, θεϊκές επιθυμίες, εντολές και τα παρόμοια, η δε παράβαση των απαγορεύσεων εθεωρείτο ότι θα επέφερε τη θεϊκή οργή, η οποία φυσικά θα ελάμβανε τη μορφή συλλογικής τιμωρίας.

Ο πρώτος κύκλος περιορισμού είναι λοιπόν οι φυσικοί νόμοι· ο δεύτερος, ο κοινωνικός βίος. Αλλά τα πράγματα στενεύουν ακόμη περισσότερο. Καθώς μετατοπιζόμαστε από απλούστερους σε συνθετότερους κοινωνικούς σχηματισμούς, οι δομές είναι πιο περίπλοκες. Αντί για άγραφους κανόνες, έχουμε θεσπισμένους νόμους, αντί για θεϊκές τιμωρίες έχουμε αστυνομία, δικαστήρια και φυλακές και αντί για το φύλαρχο και το μάγο έχουμε το κράτος. Στα δημοκρατικά καθεστώτα, το κράτος εγγυάται και προστατεύει τις ελευθερίες των πολιτών (και σύμφωνα με την αρχή της πολιτικής ανυπακοής, αν δεν το κάνει, οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να μη συμμορφώνονται και κατ’ επέκταση να επαναστατήσουν – όχι, η πατρότητα της ιδέας δεν ανήκει στον Μαρξ αλλά στον αμερικανό φιλόσοφο Henry David Thoreau)· στα αυταρχικά καθεστώτα, το κράτος περιστέλλει τις ελευθερίες των πολιτών, αλλά ισχυρίζεται ότι το κάνει για την επίτευξη ενός υψηλότερου αγαθού (της ασφάλειας, λ.χ. – κι έτσι μπορούμε πολύ εύκολα να διαπιστώσουμε τι είδους καθεστώς επικρατεί κατ’ ουσίαν στις Η.Π.Α.) Φυσικά, αν το ψάξουμε σε βάθος, θα δούμε ότι και στις δημοκρατικές κοινωνίες η εγγύηση της ελευθερίας μπορεί να είναι εν τέλει πλασματική, η δε πραγμάτωση ή κατάκτηση της ελευθερίας εξαρτάται και από άλλες παραμέτρους: θέλω να σπουδάσω, λ.χ., αλλά αν δεν έχω ένα συγκεκριμένο ετήσιο εισόδημα δεν θα τα καταφέρω, διότι ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι δεν πληρώνω δραχμή για βιβλία, δίδακτρα, φροντιστήρια κλπ., αν περάσω σε μια σχολή μακριά από το σπίτι μου, θα μείνω μεν στη φοιτητική εστία, αλλά θα χρειάζομαι χρήματα για τα καθημερινά μου έξοδα (περιγράφω τις πλέον ιδανικές καταστάσεις) – οπότε η ελευθερία πρόσβασης στα αγαθά της παιδείας, την οποία υποτίθεται ότι μου παρέχει το κράτος (και μάλιστα ισότιμα) εν τέλει ακυρώνεται, και αναλύοντας αυτήν την κατάσταση φτάνουμε σε διαπιστώσεις που επίσης μας οδηγούν σε άλλα πεδία. Συνεπώς, ο περιορισμός της ελευθερίας, την οποίαν υφίσταται (εκουσίως) ο πολίτης εφόσον ζει σε μια κοινωνία, δύναται να καταλήγει χωρίς αντάλλαγμα: και να ο τρίτος περιοριστικός κύκλος, η ανεπάρκεια ή η ανηθικότητα ή η κακή λειτουργία του κράτους.

(Ας επισημανθεί, όμως, ότι το ίδιο το δημοκρατικό καθεστώς σου επιτρέπει –θεωρητικά – να διεκδικήσεις εκείνα τα δικαιώματα που κρίνεις ότι δεν γίνονται σεβαστά. Δεν είναι άσχημο, ενίοτε καταλήγει ουτοπικό, στην πραγματικότητα και αυτή σου η δυνατότητα ακυρώνεται μέσα από άλλες διαδικασίες - οι «μάζες» σήμερα ελέγχονται πολύ αποτελεσματικά και ανέξοδα μέσα από τα πρότυπα της μαζικής κουλτούρας, χωρίς να έχουν ατονήσει οι παλαιότεροι μηχανισμοί ελέγχου, όπως η θρησκεία –αλλά είναι σημαντικό που υπάρχει).

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, ο εντός κοινωνίας βίος ισορροπεί (σε ιδανικές συνθήκες) ανάμεσα σε περιορισμούς και σε ελευθερίες. Αλλά η ζυγαριά δεν βρίσκεται πάντα σε κατάσταση ακινησίας. Ο κοινωνικός βίος δίνει ένα γενικό πλαίσιο ελευθερίας και περιορισμού, αλλά από εκεί και πέρα τα πάντα μεταφέρονται και μεταφράζονται σε ατομικό επίπεδο. Η ελευθερία της έκφρασης, λ.χ., είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και ως έσχατο όριο έχει την προσβολή των πεποιθήσεων του άλλου· τούτο αποδεικνύεται αρκούντως ασαφές, ιδίως σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία ή τη σάτιρα. Από την άλλη, συχνά αυτοπεριορίζεσαι και δεν λες τη γνώμη σου, ακολουθώντας μια τακτική που ονομάζεται «σωφροσύνη»: παρ’ όλο που θεωρείς ότι ο προϊστάμενός σου ενεργεί ανοήτως ή ότι οι συνάδελφοί σου παραβιάζουν την αρχή του δικαίου, αποφασίζεις να μην πεις κουβέντα, εκτός αν είσαι πρόθυμος να χάσεις τη δουλειά σου ή να γίνεις το μαύρο πρόβατο. Φυσικά, αν είχες περισσότερη εξουσία, δεν θα χρειαζόταν να είσαι σώφρων· επομένως, ο αυτοπεριορισμός, στην προκειμένη περίπτωση, δεν απορρέει από τον κοινωνικό βίο ad hoc αλλά από τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα και κατ’ ουσίαν δεν είσαι σώφρων, είσαι ανελεύθερος: ιδού ο τέταρτος περιοριστικός κύκλος – η ανελευθερία που απορρέει από το ίδιο το σύστημα, από ατομικές περιστάσεις του βίου, από τον χαρακτήρα. Εδώ όμως υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: ενώ η κοινωνική ζωή ενέχει περιορισμούς της ελευθερίας (τις οποίες υποχρεούσαι να δεχτείς, εφόσον ζεις εντός της κοινωνίας), η προαναφερθείσα ανελευθερία (ή σωφροσύνη, δεν απορρίπτω τον όρο) είναι υπόθεση επιλογής. Με άλλα λόγια, θυσιάζεις ένα μέρος της ελευθερίας σου, επειδή επιλέγεις ένα άλλο αγαθό (την ασφάλεια, την εργασία, το εισόδημά σου κλπ.) Φυσικά, μπορείς να επιλέξεις διαφορετικά, και να ιεραρχήσεις υψηλότερα το αγαθό της ελευθερίας σου (που, εν προκειμένω, και πάλι συσχετίζεται με άλλες παραμέτρους – τον κοινό νου, τον ορθολογισμό, το δίκαιο κλπ.) Χάνεις τη δουλειά σου, απομονώνεσαι, γίνεσαι φαιδρός, χαρακτηρίζεσαι άφρων (διότι, δεινόν προς κέντρα λακτίζειν) αλλά έχεις διατηρήσει ένα μέρος της ελευθερίας σου – πληρώνοντας βεβαίως το τίμημα. Και θα επιμείνω σε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: στο συσχετισμό της ελευθερίας με άλλα στοιχεία. Θεωρητικά, είσαι ελεύθερος να υποστηρίξεις ότι 1+1=3 όπως και ότι 1+1=2· ομοίως, είσαι ελεύθερος να υποστηρίξεις ότι είναι σωστό να αδικούμε, όπως και ότι δεν είναι σωστό να αδικούμε. Επιπλέον, μπορείς να επιλέξεις να τα πεις αυτά ή να μην τα πεις: παρ’ όλο που η επιλογή σου να μην τα πεις θα είναι αυτοπεριορισμός (και ανελευθερία) ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των λεγομένων σου, η βαρύτητα και η συνέπεια αυτής της ανελευθερίας είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση. Κοντολογίς, και για να το θέσω απλά, η ελευθερία συσχετίζεται με ένα σύστημα ηθικών αξιών και επί τη βάσει αυτού αξιολογείται.

Ας περάσουμε, τώρα, στο θέμα της βούλησης. Ο Επίκτητος δεν καθορίζει ακριβώς τι είναι βούληση και πώς διαμορφώνεται – λέει, όμως, ότι οι άνθρωποι εκ φύσεως διαθέτουν κάποιες γενικές έννοιες («προλήψεις») που είναι κοινές σε όλους (λ.χ., γνωρίζουν ότι το αγαθό είναι συμφέρον και πρέπει να το επιλέγουν έναντι του κακού, ότι το δίκαιο είναι αγαθό και πρέπει να το επιδιώκουν κλπ.) Κι άλλοι φιλόσοφοι υπεστήριξαν παρόμοιες αντιλήψεις (μου έρχεται στο μυαλό ο Rousseau), αλλά δεν ξέρω αν έχουν δίκιο· ας περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη. Στη ρήση του Hippolyte Taine, «η αρετή και η κακία είναι επίσης προϊόντα όπως η ζάχαρη και το βιτριόλι» - θα προσέθετα και τη βούληση. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που τη διαμορφώνουν: οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, τα λεγόμενα «πρότυπα» (δηλ. οι φορείς που διαμορφώνουν νοοτροπίες – παλαιότερα, το κράτος, η εκκλησία, η εκπαίδευση, σήμερα και τα ΜΜΕ), το οικονομικό σύστημα, ακόμη και ο τόπος που γεννιέσαι. Ας πούμε, πόσο ελεύθερο ν’ αποφασίσει τι θα γίνει μεγαλώνοντας, ήταν ένα παιδί βοσκού, που γεννήθηκε έναν αιώνα πριν σε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή; Πιθανότατα θα ήθελε να γίνει βοσκός – εκεί θα το ωθούσε η βούλησή του· αλλά τούτο, όχι επειδή θα είχε υπόψη του όλες τις πιθανές (ή δυνατές) εναλλακτικές. Πόσο ελεύθερα αποφασίζει σήμερα μια δεκαπεντάχρονη νεαρή να γίνει μοντέλο, τραγουδίστρια ή ηθοποιός; Φυσικά, το θέλει. Και το κάνει. Άρα, ζει ως βούλεται. Επομένως, είναι ελεύθερη. Αλλά, μήπως αυτή της η βούληση είναι κατευθυνόμενη; (Στο σημείο αυτό, θα εντόπιζα και έναν πέμπτο κύκλο περιορισμού – μολονότι θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ουσιαστικά ανάγεται στον τρίτο κύκλο: το κράτος δεν κάνει καλά τη δουλειά του).

Θα έπρεπε, κάπου εδώ, να συνοψίσω: για μένα, η ελευθερία είναι κάτι πολυσύνθετο. Εμπεριέχει, συνδυασμένα, τη βούληση, τη δυνατότητα επιλογής, το σύστημα ηθικών αξιών – και παρ’ όλο που δύνανται να περιληφθούν στις ηθικές αξίες, τον σεβασμό στον άλλον, τη γνώση του άλλου, την έννοια των ορίων και των όρων (δεν μιλάω για το κοινωνικο-πολιτικό επίπεδο, όπου αυτά είναι θεσμοθετημένα, αλλά για το ατομικό: σε μια συζήτηση, θέτω στον εαυτό μου όρια και όρους, λ.χ. να μιλάω με επιχειρήματα και να μην προσβάλλω τον συνομιλητή μου· αν είναι στενός μου φίλος μπορώ να τον περιλούσω με βρισιές, αλλά οφείλω να δεχτώ το ίδιο και από εκείνον – μην τα πολυαναλύω, παραπέμπω στο χθεσινό post του Mboy). Επιπλέον, εμπεριέχει κάτι που ονομάζεται ατομική ευθύνη (οι «συλλογικές», στην εποχή μας, μοιάζουν περισσότερο με την απουσία ευθύνης): επέλεξα να μην είμαι ανελεύθερη με την έννοια που περιέγραψα στον τέταρτο κύκλο, άρα αναλαμβάνω τις ευθύνες της επιλογής μου, μένω χωρίς δουλειά, περνάω στο περιθώριο και ζω ελαχίστως εντός και κυρίως εκτός. Το να αρχίσω τα παράπονα και τις μιζέριες το θεωρώ τουλάχιστον ανέντιμο: ήξερα τι έκανα, διότι ήξερα πώς λειτουργεί το σύστημα, πάει και τελείωσε.

Ωραία, ας πούμε ότι όλα αυτά είναι σωστά, αποδεκτά και ως ένα βαθμό εφαρμόσιμα. Τι συμβαίνει με τους άλλους; Δηλαδή, εγώ έχω κερδίσει, κατακτήσει, όπως θέλετε πέστε το, το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό ελευθερίας (με όλους τους ανωτέρω κοινωνικούς και εννοιολογικούς περιορισμούς) – δεν πρέπει να αναγνωρίζω και την ελευθερία των άλλων; Εδώ, λοιπόν, έρχεται και κολλάει το σύνθημα του γαλλικού Μάη: «Όχι συμπόνοια στους εχθρούς της συμπόνοιας και όχι ελευθερία στους εχθρούς της ελευθερίας». Που θα πει, ότι αν οι άλλοι λειτουργούν με βάση τα όρια, τους όρους, τις δεσμεύσεις και όλα τα συμπαρομαρτούντα, ναι, οφείλω να αναγνωρίσω την ελευθερία τους. Αλλά, αν εκείνοι εννοούν την ελευθερία με τρόπο εντελώς διαφορετικό, που δεν πληροί καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε, όχι, δεν οφείλω να το κάνω. Τους βγάζω από τη ζωή μου, δεν με αφορά η ύπαρξή τους, δεν έχω καμία σχέση μαζί τους – είναι τόσο απλό. Διότι, έχω το δικαίωμα της επιλογής και έχω πληρώσει το τίμημα της δικής μου ελευθερίας. (Αν μεταφέρουμε το σχήμα σε πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο, οφείλω επίσης να τους εμποδίσω να εξαπλωθούν σαν μολυσματική ασθένεια – αλλά εδώ μπαίνουμε σε άλλη συζήτηση).

ΥΓ. Ο φίλος μου ο Ξυλουργός συνηθίζει να λέει ότι γεννιόμαστε εξαρτημένοι και από μέρα σε μέρα εξαγοράζουμε, λίγη-λίγη, κομμάτι-κομμάτι, την ανεξαρτησία μας. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλός ορισμός, αλλά νομίζω ότι περιγράφει με ακρίβεια την πραγματικότητα.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 10:49 π.μ. | Ενθύμιον | 16 σημειώσεις
Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006
Le Romantisme est…

Για τον numb, που το ξεκίνησε

Όχι, το παρόν δεν φιλοδοξεί να είναι ιστορικοφιλολογικό ή φιλοσοφικό δοκίμιο περί ρομαντισμού. Αλλά τις προάλλες, ο φίλτατος numb, σε σχόλιό του, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στην ιστορικοφιλολογική και στην τρέχουσα έννοια της λέξης («λουλούδια, αγκαλίτσες, φιλάκια»). Και θυμήθηκα τη φράση ενός γνωστού μου, που είχε ψευτοδιαβάσει Rousseau: «τι είναι ο ρομαντισμός; Λουλουδάκια, προβατάκια, μελισσούλες και ματαιωμένοι έρωτες». Δυστυχώς, σήμερα δεν είναι ούτε καν αυτό – ούτε καν ματαιωμένοι έρωτες δηλαδή, καθόσον οι ρομαντικές κι ευαίσθητες ψυχές ονειρεύονται μεν ευγενείς πλην σφοδρούς και μοιραίους (αλλά πάντα πλατωνικούς) έρωτες, ευφραδείς και αρκούντως παθιασμένες εξομολογήσεις, φεγγαρόφωτα, ηλιοβασιλέματα, έναστρους ουρανούς, όρκους αιώνιας αφοσίωσης, αγωνίες, δακρύβρεχτες άγρυπνες νύχτες – αλλά όλα αυτά θα πρέπει να καταλήγουν σ’ ευτυχισμένους γάμους. Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη έννοια της λέξης «ρομαντικός» που συνήθως έχει υποτιμητική χροιά: ιδεολόγος, μη πρακτικός, που δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, που πετάει στα σύννεφα – άρα όλες του οι προσπάθειες θα καταλήξουν σε αποτυχία. Εδώ που τα λέμε, η αρνητική νοηματοδότηση της λέξης δεν είναι τωρινή: μόνο που κάποτε το αρνητικό του φορτίο σχετιζόταν με την ανατρεπτικότητα και όχι με την ελαφρομυαλιά.

Αν ψάξει κανείς τις σημασίες της λέξης – που φυσικά αναφέρεται σ’ ένα ολόκληρο κίνημα το οποίο αφορούσε όλες τις πνευματικές δραστηριότητες (λογοτεχνία, θέατρο, ζωγραφική, μουσική, φιλοσοφία, πολιτική θεωρία κ.ά.) – στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι., οπότε ήταν ακόμη στις ορμητικές του στιγμές, θα διαπιστώσει ότι άμεσα ή έμμεσα συνδέθηκε με έννοιες όπως η επανάσταση, η διαμαρτυρία, η ρήξη, η ανατροπή. Στα 1825, ο ο Ludovic Vitet όρισε τον ρομαντισμό ως “le protestantisme dans les lettres et les arts· πέντε χρόνια αργότερα, στον πρόλογο του Hernani, o Victor Hugo έδωσε έναν όχι πολύ διαφορετικό ορισμό, λέγοντας ότι ο ρομαντισμός είναι “le libéralisme en littérature”. Το 1837, ο Α. Ρ. Ραγκαβής, τότε νεαρός ποιητής και αργότερα πολυπράγμων και πολυγραφότατος λόγιος και πολιτικός, γράφει στον πρόλογο του δράματος Φροσύνη πως ο ρομαντισμός είναι «σύνθημα προς διαμαρτύρησιν». Και, αν ερευνήσουμε πρόχειρα τα θέματα των ρομαντικών λογοτεχνικών έργων της ίδιας περίπου εποχής, θα δούμε ότι πλάι στους ματαιωμένους έρωτες (που δεν είναι διόλου ειδυλλιακοί, αλλά απολύτως καταστροφικοί) υπάρχει ένας ήρωας ή, αν προτιμάτε, ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας που βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τους πάντες και τα πάντα: με το περιβάλλον του, με την κοινωνία, με την κοσμική τάξη, με το θεό, με το διάβολο. Βίαια συναισθήματα, άγρια τοπία – το ωραίο παύει πια να αποτελεί τη σημαντικότερη αισθητική κατηγορία· τη θέση του διεκδικεί δυναμικά το υψηλό (sublime): οτιδήποτε προκαλεί δέος, φόβο, αγωνία – άναστρες νύχτες, εφιαλτικά φεγγαρόφωτα γεμάτα φαντάσματα, νεκροταφεία, βίαιες καταιγίδες, απόκρημνοι ψηλοί βράχοι, ο ωκεανός ν’ αναταράσσεται από όγκους κυμάτων.

Βέβαια, η σύγχυση γύρω από τον όρο «ρομαντισμός» (και τα παράγωγά του) δεν είναι αδικαιολόγητη· την επισημαίνει (καυστικά) ο ποιητής Alfred de Musset ήδη το 1836, και (νηφαλιότερα) ο φιλόσοφος Arthur O. Lovejoy το 1941 (δηλαδή έναν περίπου αιώνα, μετά την ημερομηνία που παλαιότερα εθωρείτο ως το έσχατο όριο του κινήματος). Η διάδοση του ρομαντισμού σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό χώρο (σε όλη την Ευρώπη, στη Ρωσία, στην Αμερική) και η σύνδεσή του με τις κατά τόπους συνθήκες (πολιτικο-κοινωνικές, λογοτεχνικές, νοοτροπικές κ.ά.) εξηγεί, ως ένα βαθμό, τις σημαντικές εσωτερικές διαφοροποιήσεις που διακρίνει ο μεταγενέστερος μελετητής: χαρακτηριστικό παράδειγμα, η επιμονή στη χρήση της καθαρεύουσας εκ μέρους των Ελλήνων ρομαντικών (και των Επτανησίων – λ.χ., Μαρκοράς), ιδίως από το 1850 κ.ε., ενώ γενικότερα ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός εξύμνησε τις αρετές και την εκφραστικότητα της λαϊκής γλώσσας. Ως ένα βαθμό όμως – επειδή συμβαίνει να υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις και μέσα στην ίδια γεωγραφική περιοχή, με αποτέλεσμα οι μελετητές να ομιλούν για ρομαντικές γενιές ή ομάδες: Frühromantik και Hochromantik ή die jüngere Romantik στη Γερμανία («πρώτοι», «ανώτεροι» ή «νεότεροι» ρομαντικοί, αντίστοιχα)· οι “Lakers” (Coleridge, Wordsworth, Crabble κ.ά.), οι «μεσαιωνικοί» (Scott, Southey, Moore), οι «διεθνιστές» (Byron, Shelley – ετούτοι οι δυο χαρακτηρίστηκαν και ως «σατανική σχολή» από τον Southey) στην Αγγλία, όπου ο ρομαντισμός απέκτησε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα απ’ ό,τι στη λοιπή Ευρώπη· στη Γαλλία, πάλι, οι διαφοροποιήσεις ήταν και πολιτικού χαρακτήρα (μοναρχικοί και φιλελεύθεροι ρομαντικοί) και θα ήταν ορθότερο να μιλήσει κανείς για «φατρίες» που συγκροτούνταν γύρω από τα λογοτεχνικά σαλόνια και τα λογοτεχνικά περιοδικά· για να έρθουμε δε στα καθ’ ημάς, εν Ελλάδι γίνεται λόγος για Φαναριώτες και Επτανησίους ρομαντικούς, αλλά και για «ποιητικές γενιές» ανά δεκαετία.

Οι διαφοροποιήσεις όμως δεν αναιρούν την ύπαρξη ενός κοινού πυρήνα· εξάλλου χωρίς αυτόν, δεν θα ήταν δυνατό να εντοπίσει κανείς τις αποκλίσεις. Και, αν συσχετίσουμε το κίνημα με τις ιστορικές του συνθήκες, θα δούμε ότι δεν είχαν άδικο όσοι το όρισαν ως ρήξη και ως ανατροπή. Ιδέες, αντιλήψεις, θεωρίες που παλαιότερα επικρατούσαν, παρέχοντας την αίσθηση του σταθερού, του αδιατάρρακτου, του a priori αληθούς, τώρα αμφισβητούνται· η κλασικιστική λατρεία των κανόνων απορρίπτεται· η πίστη του Διαφωτισμού στην ύπαρξη καθολικών αληθειών καταρρέει – το ίδιο και η αισιοδοξία του· η βασιλεία του ορθολογισμού και του καρτεσιανισμού βλέπει απέναντί της το αντίπαλον δέος του συναισθήματος· η αισθητική κατηγορία του ωραίου χάνει την παλαιά της λάμψη μπροστά τη σκοτεινιά και τη βιαιότητα του υψηλού (sublime)· οι παλαιές ιεραρχήσεις αντιστρέφονται: η τέχνη αποκτά το προβάδισμα έναντι της φύσης, η ιδιοφυΐα (genius) κρίνεται σημαντικότερη από την υπακοή στους κανόνες, η δημιουργία αίρεται βαθμίδες υψηλότερα από τη μίμηση, ο ποιητής (ο καλλιτέχνης, εν γένει, που τώρα πια αποκαλείται «δημιουργός») περνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, γίνεται πρωταγωνιστής, επιβάλλει την παρουσία του τόσο στο πεδίο της θεωρίας όσο και σ’ αυτό των νοοτροπιών και αρχίζει να θεωρείται ένα πλάσμα ξεχωριστό, σαφώς διαφορετικό από τον μέσο άνθρωπο, που ζει σε άλλους κόσμους και με άλλους όρους. Φυσικά, αρκετές από αυτές τις αντιλήψεις που συναποτέλεσαν τον πυρήνα του ρομαντισμού έχουν κιόλας διατυπωθεί στο παρελθόν: όπως, λ.χ., αυτές που αποδίδουν στους καλλιτέχνες την ιδιότητα του «δημιουργού», οι οποίες ανευρίσκονται σποραδικά από την Αναγέννηση μέχρι το 1600. Η διαμόρφωση της καινούριας αισθητικής δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά προετοιμάζεται μέσα σ’ ένα διάστημα σχεδόν μισού αιώνα. Οι ρίζες του ρομαντισμού βρίσκονται μέσα στην καρδιά του Διαφωτισμού, λες και κάθε θεωρία ή κίνημα εμπεριέχει τα σπέρματα της ανατροπής ή της καταστροφής του. Εν τούτοις, όλα αυτά που έχουν δειλά και φευγαλέα εμφανιστεί στο παρελθόν ή που έχουν προετοιμαστεί μέσα από τις εμβριθείς μελέτες των γερμανών φιλοσόφων και ποιητών, των σκωτσέζων Διαφωτιστών, των γάλλων philosophes, συναρμόζονται, συνδέονται και συνδυάζονται σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και εισβάλλουν στο προσκήνιο, κάπου εκεί μετά το 1789: αν η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε τέκνο του Διαφωτισμού, ο Ρομαντισμός υπήρξε τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης.

Μέσα στην ευρεία εικονογραφία του ρομαντισμού ασφαλώς ανευρίσκονται και αυτά που σήμερα έχουν απομείνει ως συστατικά της εννοίας του, έστω και στην παρεφθαρμένη τους εκδοχή: οι έρωτες μετ’ εμποδίων (που κατά κανόνα όμως έχουν ατυχή κατάληξη), οι ευαίσθητοι και αδύναμοι ήρωες που οδηγούνται στην αυτοκτονία ή στην καταστροφή (ο Werther του Goethe ή ο Jakopo Ortis του Foscolo), οι χλωμές και εύθραυστες ηρωίδες, θύματα της μελαγχολίας και της αισθαντικότητάς τους, που υποφέρουν, αγρυπνούν, καταγράφουν την αγωνία τους σε κιτρινισμένα ημερολόγια και πεθαίνουν φυματικές.

Τελικά αυτές οι λεπτομέρειες να έφτασαν στο σημείο να υπερκαλύψουν ολόκληρη την εικονογραφία - είτε επειδή πράγματι έτσι συνέβη, καθώς το κίνημα όδευε προς την παρακμή του είτε επειδή η μεταγενέστερη κριτική φρόντισε να τις φωτίσει περισσότερο αφήνοντας στη σκιά κάποιες άλλες· όμως, υπάρχει και ο «άλλος» ρομαντισμός, ο βίαιος, ο αιρετικός, ο σκοτεινός, το μισητό φάντασμα των απανταχού καθεστωτικών, των οπαδών της τάξης, της ησυχίας και των κοινωνικών συμβάσεων. Οι δικοί του ήρωες είναι κατευθείαν απόγονοι του Προμηθέα και του Μιλτώνειου Lucifer, των «αμαρτωλών» ευγενών του gothic δράματος, του ωραίου παράνομου Karl Moor του Schiller: είναι ο Manfred, ο Lara, ο Giaour, ο Cain του Byron, o Προμηθέας του Shelley, ο Cromwell και ο Hernani του Hugo, ο Rob Roy του Scott, o Γέρος Ναυτικός και ο Kubla Khan του Coleridge, o Ευγένιος Ονέγκιν του Πούσκιν· και είναι ακόμα ο Don Juan του Byron, η απειλή στην καθεστηκυία τάξη, όχι πλέον μέσα από τη βιαιότητα της εξέγερσης αλλά μέσα από το μαστίγιο της σάτιρας. Μοναδικοί, καταστροφικοί, σκοτεινοί και υπέροχοι, σε διαρκή πόλεμο με όλους και με όλα. Ζουν μόνοι τους και πεθαίνουν μόνοι τους. Υπάρχουν μέσα από το πάθος· κι ας καταστρέφονται εξαιτίας του. Το δικό τους άπιαστο ιδανικό είναι η ελευθερία· η μοίρα τους, η αποτυχία· και η ηθική τους καθορίζεται από την αφοσίωσή τους σ’ έναν αγώνα ακόμη κι όταν ξέρουν ότι είναι καταδικασμένος – κυρίως επειδή ξέρουν ότι είναι καταδικασμένος.

Αυτή η εκδοχή του ρομαντισμού, που έμεινε να ονομάζεται «βυρωνισμός», πολεμήθηκε ακόμη και μετά που το νέο κίνημα αποτέλεσε το λογοτεχνικό κανόνα της εποχής του· χαρακτηρίστηκε «αίρεση», «βλαφημία», «ανηθικότητα». Εκεί γύρω στα 1824-1826, απλώνεται σαν πυρετός στο Παρίσι, προκαλώντας τον αποτροπιασμό των «μοναρχικών ρομαντικών» και του ευσεβούς Lamartine. Αλλά, συνεχίζει να εξαπλώνεται: στη Γερμανία, όπου το υπόβαθρο ήταν ευνοϊκό λόγω της τοπικής παράδοσης και των ηρώων του Schiller· στη Ρωσία, όπου επιβιώνει μέχρι την εποχή του Ντοστογιέφσκι· στην Αμερική, με τον Melville· στην Ελλάδα, όπου καταδικάζεται μεν ρητώς από τους ακαδημαϊκούς κριτές των ποιητικών Πανεπιστημιακών διαγωνισμών, αλλά διαπερνά όλη τη ρομαντική παραγωγή, φαναριώτικη και επτανησιακή, για να εκπνεύσει στα άτεχνα ποιήματα του Αχιλλέως Παράσχου ή να μετασχηματιστεί στη δηλητηριώδη σάτιρα του Εμμ. Ροΐδη. Και όταν κάνει τον κύκλο του, πάλι πίσω, στην Αγγλία, θα εκδηλωθεί, μεταπλασμένο εν μέρει, στα έργα των αισθητιστών (Swinburne, Wilde κ.ά.) και στη Γαλλία θα διοχετευεί, μέσω του Baudelaire, στη συνείδηση των «καταραμένων» ποιητών, σφραγίζοντας τη mal du siècle. Προς τα τέλη του αιώνα, ο κύκλος θα κλείσει – όμως όχι οριστικά, επειδή, αρχίζει μια άλλη πορεία, «σπειροειδώς ανοδική», με διαρκή ανοίγματα και με αποτυπώσεις, των οποίων η αρχή και η προέλευση σταδιακά ξεχνιέται· στη χειρότερη περίπτωση, οι επιβιώσεις οδηγούν στους υπεράνθρωπους της μαζικής κουλτούρας· στην καλύτερη, μεταπλάθονται υπαρξιστικώς στα έργα του Camus.

Ορμητικός, άγριος, αιρετικός, σκοτεινός, ανατρεπτικός: μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά ξεκίνησε ο ρομαντισμός και μέσω αυτών προσέφερε το καινούριο στην αισθητική, την τέχνη, την αισθαντικότητα. Και, αυτά ακριβώς, έχουν σήμερα απαλειφθεί από την τρέχουσα σημασία της λέξης. Τα ξέρουν κυρίως οι ειδικοί – οι οποίοι τα εγκλωβίζουν σε μοντέλα ανάλυσης, εκτενείς μελέτες, συνθετικές εργασίες και ερμηνευτικά δοκίμια. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να ελέγξεις κάτι είναι να το περιορίσεις σε αποστειρωμένο περιβάλλον· ή να συμβάλλεις στη μεταλλαγή του σε ένα ροζ παραμυθάκι, απολύτως κατάλληλο για τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες.

Φυσικά, υπάρχουν κι άλλοι που ξέρουν, και που δεν ανήκουν σ’ αυτούς τους ειδικούς που προανέφερα. Ε, αυτούς τους λέμε «ονειροπαρμένους».

 
Από τη Λίτσα κατά τις 7:30 π.μ. | Ενθύμιον | 32 σημειώσεις