Τρίτη, Απριλίου 03, 2007
Ταξιδεύοντας

Η ψυχή ενός ταξιδιού είναι η ελευθερία, η απόλυτη ελευθερία
William Hazlitt

Άκουγα τις προάλλες ότι τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες προτιμούν να περνούν τις διακοπές των εορτών στο εξωτερικό, μια που το κόστος είναι περίπου το ίδιο (ενίοτε δε και χαμηλότερο) από ό,τι αν ταξίδευαν στην Ελλάδα. Και, σκέφτηκα ότι σήμερα ταξιδεύουν περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι στο παρελθόν και ταξιδεύουν περισσότερο. Παλαιότερα, πριν από 30 χρόνια ας πούμε, το ταξίδι ήταν συνδεδεμένο είτε με επαγγελματικές ενασχολήσεις είτε με σπουδές· φυσικά, υπήρχαν και εκείνοι που ταξίδευαν για αναψυχή, όμως ήσαν ελάχιστοι. Στις μέρες μας, με την ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας, η δυνατότητα ενός ταξιδιού είναι πιο προσιτή και το ίδιο το ταξίδι είναι πολύ πιο εύκολο – η μετακίνηση από τόπου εις τόπον είναι πλέον υπόθεση ωρών και τα πάντα είναι οργανωμένα, σχεδιασμένα, ασφαλέστερα. Και μαζικά: πηγαίνεις σε μια ξένη χώρα, μαζί με συμπατριώτες σου, έχεις την ανακουφιστική αίσθηση ότι ακούς και μιλάς τη δική σου γλώσσα, δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα, αφού υπάρχουν άνθρωποι που θα σε ξεναγήσουν στα μέρη που πρέπει να δεις. Κατά μία έννοια είναι σαν να μην έχεις φύγει ποτέ από τη χώρα σου· οι φωτογραφίες μπροστά από τα περίφημα μνημεία και τα ενθύμια που κουβαλάς στις βαλίτσες σου (τα περισσότερα, αγορασμένα από τα Duty-Free) αποτελούν την αδιαμφισβήτητη (και εν πολλοίς τη μοναδική) μαρτυρία αυτού του ταξιδιού· επειδή, το ταξίδι σήμερα, αποτελεί ένα είδος κοινωνικής επιταγής ή άλλως μιαν «επένδυση κοινωνικής προβολής».

Κάποτε, σε εποχές που το αεροπλάνο και το τραίνο ήσαν ακόμη αφηρημένα σχέδια καταχωνιασμένα στα βάθη μερικών ευφάνταστων εγκεφάλων, το ταξίδι σήμαινε άλλα πράγματα και αφορούσε πολύ λιγότερους ανθρώπους – όχι μόνον επειδή απαιτούσε χρήματα, αλλά επειδή απαιτούσε χρόνο. Στην πραγματικότητα, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προγραμματίσεις ένα ταξίδι: αρκούσε μια μέτριας έντασης κακοκαιρία για να σε κρατήσει καθηλωμένο για μέρες, αρκούσε να συμπέσει η ημερομηνία της αναχώρησής σου με μια τοπική γιορτή για να αναβληθεί η μετακίνηση. Το ταξίδι δεν ήταν ένα είδος επίσκεψης, αλλά μια περιήγηση ακανόνιστης διάρκειας· και, η νοοτροπία του ταξιδευτή, του περιηγητή, δεν είχε καμία σχέση με τη νοοτροπία του «τουρίστα». Τίποτα δεν μπορούσε να γίνει σύντομα. Το ταξίδι μπορεί να διαρκούσε χρόνια, ο περιηγητής έμενε αρκετό καιρό στον ξένο τόπο, συχνά μάθαινε τη γλώσσα και ζούσε αυτήν την άλλη ζωή, ανάμεσα σε ανθρώπους άγνωστους που, μερικές φορές, κατέληγαν να γίνουν δικοί του. Και, μετά την επιστροφή, ήταν εύλογο (ενδεχομένως και επιτακτικό) να κάτσει και να γράψει πού πήγε και τι είδε· έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, η ταξιδιωτική λογοτεχνία, τα κείμενα των περιηγητών. Δεν επρόκειτο για απλούς ταξιδιωτικούς οδηγούς· ήταν περισσότερο ένα είδος ημερολογίου, όπου οι περιγραφές των τόπων συμπλέκονταν με τις σκέψεις του περιηγητή, οι ιστορικές πληροφορίες αναμιγνύονταν με θρύλους και παραδόσεις, το παραμύθι ήταν εξίσου έγκυρο με την πραγματικότητα, το «αντικειμενικό» και το «υποκειμενικό» συνδυάζονταν αδιακρίτως σε μιαν ενότητα. Μέσα από αυτά τα κείμενα, γοητευτικά τις περισσότερες φορές, δημιουργήθηκαν ή συντηρήθηκαν προκαταλήψεις, ανακρίβειες, ιδεολογικές συνιστώσες· κατά κανόνα, οι περιηγητές ήταν φορείς της δικής τους «τοπικής» ματιάς (της ευρωπαϊκής, κυρίως) και συχνά οι περιγραφές τους αποτελούσαν προβολή της εικόνας που είχε η χώρα τους για το μέρος του κόσμου στο οποίο ταξίδευαν (κατά τον Edward Said, κάπως έτσι δημιουργήθηκε ο «οριενταλισμός», δηλαδή η εικόνα που είχε η Ευρώπη για την Ανατολή).

Παρ’ όλο που το ταξίδι δεν υπήρξε αποκλειστικό χαρακτηριστικό μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου, κατά καιρούς απέκτησε ειδικότερο νόημα και προσέλαβε σχεδόν συμβολική σημασία, καθώς ταυτίστηκε με νοοτροπίες και στάσεις που κυριάρχησαν στη συγκεκριμένη εποχή. Είναι αδύνατο, λ.χ., να μελετήσει κανείς τον ρομαντισμό χωρίς να λάβει υπόψη του το ειδικό βάρος που είχε το ταξίδι για τη ρομαντική σκέψη. Όπως λέει ο Άγγλος κριτικός William Hazlitt, το ταξίδι «όπως ένα όνειρο ή μια άλλη κατάσταση ύπαρξης, δεν συνδυάζεται με τους καθημερινούς τρόπους της ζωής μας. Είναι μια ζωηρή αλλά στιγμιαία ψευδαίσθηση. Απαιτεί προσπάθεια να ανταλλάξουμε την πραγματική μας ταυτότητα με μια ιδανική […]. Ο ρομαντικός και πλάνης χαρακτήρας μας δεν πρόκειται να προσαρμοστεί στην καθημερινή ζωή».

Η φυγή, η ελευθερία, η αποδέσμευση από την καθημερινότητα, η απομάκρυνση από την αποστειρωμένη ευρωπαϊκή κοινωνία και τις συμβάσεις του πολιτισμού της, η αναζήτηση μια ζωής γνησιότερης και πιο ουσιαστικής, ενός επίγειου Παραδείσου (το κυνήγι του «απρόσιτου», κατά μία έννοια), η ενατένιση της αμόλυντης από τον άνθρωπο φύσης, η επαφή με το χαμένο παρελθόν που είχε αποτυπωθεί στα ερείπια των αρχαίων ναών, στα σπασμένα αγάλματα – και ακόμη η περιπλάνηση, η μοναξιά, η μελαγχολία, η σιωπή: όλα αυτά συνιστούσαν την ουσία ενός ταξιδιού για τους Ευρωπαίους ρομαντικούς. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι από αυτούς ταξίδεψαν, ακολουθώντας πορείες προς το νότο ή προς την Ανατολή: ο Goethe στην Ιταλία, ο Chateaubriand στη Μεσόγειο (Ελλάδα, Κωνσταντινούπολη, Παλαιστίνη, Τυνησία, Ισπανία) – αλλά και στην Αμερική, ο Lamartine στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Byron σε ολόκληρη τη Μεσόγειο ως την Κωνσταντινούπολη, ο Shelley στην Κεντρική Ευρώπη ως την Ιταλία. Ταξίδια που σημαδεύονται στους χάρτες και γεννούν με τη σειρά τους άλλα ταξίδια, αυτή τη φορά ανάμεσα στις λέξεις: ο Goethe γράφει το Italienische Reise (1816-17), ο Chateaubriand το Itinéraire de Paris à Jérusalem (1811) και το Voyage en Amérique (1826), o Lamartine το Voyage en Orient (1835) – ο Byron πάλι αποφεύγει τη συγγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων, αλλά δίνει τις περιηγήσεις του ποιητικά, εν μέρει πίσω από την persona του Childe Harold (Childe Harolds Pilgrimage, 1812-1818), ενώ ο κόσμος της Ανατολής συγκροτεί το ρομαντικό σκηνικό στις περίφημες “Turkish or Oriental Tales” (τα ποιήματα Giaour, The Bride of Abydos, Corsair και Lara – όλα δημοσιευμένα στα 1813 και 1814).

Η έννοια του ρομαντικού ταξιδιού επεβίωσε αρκετά χρόνια μετά τη συμβατική εκπνοή του κινήματος – επειδή δεν περιορίστηκε στο πεδίο της λογοτεχνικής πόζας, αλλά ανταποκρίθηκε στις ανθρώπινες αναζητήσεις και επηρέασε τη νοοτροπία των μεταγενέστερων. Έτσι, ο Maurice Barrès, στα 1900, βλέπει τη Σπάρτη με τα μάτια ενός ρομαντικού· διαβάζοντας το Voyage de Sparte (1906), καταλαβαίνουμε πως το βλέμμα του Barrès έχει καθοριστεί εν πολλοίς από την οπτική του Roussaeu (ο οποίος άλλωστε κατέστησε τη Σπάρτη προσφιλές σύμβολο των Γάλλων επαναστατών) και από το βλέμμα του Chateaubriand. Με παρόμοιο τρόπο θα δει τον τόπο αυτό, ένας Έλληνας, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο τελευταίος ίσως ρομαντικός ταξιδευτής.

Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό, σε μια αναζήτηση της «φωνής του τόπου» ή της «συνείδησης της γης»· αλλά κατέγραψε τις εντυπώσεις του μόνο από το ταξίδι του στο Μοριά. Ευτυχώς, δεν υπήρξε φειδωλός σε ό,τι αφορά τα ταξίδια του σε άλλες χώρες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές ταξίδι – ακόμη και οι τόποι της μονιμότερης διαμονής του σημαδεύονται από μετακινήσεις: Ηράκλειο, Αθήνα, Αίγινα, Gottesgab (Τσεχοσλοβακία), Antibes. Και ενδιάμεσα, περιηγήσεις στην Ευρώπη και στην Ανατολή: Καύκασος, Σοβιετική Ένωση, Κύπρος, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Σινά, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Αγγλία, Ιαπωνία, Κίνα. Με εξαίρεση την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, όλους τους άλλους τόπους τους επισκέπτεται περισσότερες από μία φορές· «επισκέπτεται», τρόπος του λέγειν, επειδή περνά σ’ αυτούς μεγάλα χρονικά διαστήματα, ζει τη ζωή τους, μαθαίνει τη γλώσσα τους και, εν τέλει, βρίσκει τον τρόπο να συντονιστεί με τον ιδιαίτερο (και «μυστικό») ρυθμό τους. Διαβάζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα, καταλαβαίνουμε τι σήμαινε κάποτε το ταξίδι, ποια είναι διαφορά του περιηγητή από τον τουρίστα. Ο Καζαντζάκης σε κάθε χώρα βλέπει τα πάντα – όχι μόνο τα μουσεία και τα μνημεία, αλλά οτιδήποτε συνιστά την καθημερινότητα των ανθρώπων· τη μια στιγμή θα σου περιγράψει το δέος που ένιωσε στην «Απαγορευμένη πόλη» και την άλλη θα σου μιλήσει για τους Κινέζους κατοίκους ενός χωριού απομακρυσμένου, λησμονημένου μέσα στις λάσπες και στη φτώχεια· από την τέχνη στην καθημερινότητα, από την ιστορία στο θρύλο, από το παρόν στο παρελθόν και από εκεί στο μέλλον, από την Αγία Τερέζα της Άβιλα στο πάθος μιας νεαρής Ανδαλουσιάνας, από τη ζωή στο θάνατο – σ’ όλα αυτά κινείται η ματιά του· και δεν είναι η ματιά ενός Ευρωπαίου που προσεγγίζει τον ξένο τόπο με έτοιμα σχήματα, είναι η ματιά ενός ανθρώπου που νιώθει ότι έχει στοιχεία από όλες τις φυλές του κόσμου, ενός ανθρώπου τόσο δεμένου με τον τόπο του, ώστε θα μπορούσε να ζήσει οπουδήποτε. Φαίνεται παράδοξο, ωστόσο δεν είναι – ή τουλάχιστον όχι για τον Καζαντζάκη. Επειδή, ήξερε ότι η δική του πατρίδα ήταν ένας τόπος συγνώχευσης πολλών και διαφορετικών πολιτισμών, ένας τόπος σημαδεμένος από τη ζωή πολλών και διαφορετικών ανθρώπων· κι έτσι, κατάλαβε ότι όλοι οι τόποι είναι εν τέλει μικρογραφίες του κόσμου, αρκεί να ξέρεις πώς να διακρίνεις τις ψηφίδες.

Αυτό ήταν το ταξίδι κάποτε. Και, εν πολλοίς, αυτό έχει χαθεί από τη σημερινή οπτική: η δυνατότητα και η ελευθερία να βλέπεις τα πράγματα συνολικά, συμπυκνωμένα· η σκέψη ότι δεν είναι ανάγκη να κινηθείς ανάμεσα στα δύο άκρα (εξιδανίκευση του τόπου σου ή εξιδανίκευση του ξένου τόπου), ακριβώς επειδή εν τέλει δεν υπάρχουν άκρα, δεν υπάρχουν όρια. Από μια άποψη, δεν υπήρχαν ποτέ.

(Όταν μιλάω για ταξίδια, σκέφτομαι πάντα «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον» του Γ. Μ. Βιζυηνού· κι ύστερα, πάλι, θυμάμαι εκείνον το στίχο του Καββαδία: όλο τον κόσμο γύρισες μα τίποτα δεν είδες. Κάποια ταξίδια δεν σημαδεύονται στους χάρτες. Και κάποια άλλα, αντί να σε ελευθερώνουν, σε εγκλωβίζουν ακόμη περισσότερο).

 
Από τη Λίτσα κατά τις 8:17 π.μ. | Ενθύμιον |


7 Σημειώσεις:


Κατά τις 10:07 π.μ., Blogger The Motorcycle boy

Έχεις δίκιο, τα περισσότερα σημερινά ταξίδια αναψυχής είναι απλά η μεταφορά της προσωπικής μας μιζέριας σε κάποιο άλλο, κοινότυπο και αποστειρωμένο περιβάλλον. Μετακινούμαστε για να φωτογραφήσουμε και όχι για να δούμε.
Η ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν ήταν ποτέ του γούστου μου εκτός από τα βιβλία του Καζαντζάκη (όμως αυτά ήταν περισσότερο ανθρωπολογική λογοτεχνία) και τα βιβλία του Χάντερ Τόμσον. Γιατί θεωρώ δύσκολο να δεχτείς τη διαφορετικότητα -προτιμάς να την συμπιέσεις κάτω από τη δική σου, ήδη διαμορφωμένη, οπτική.

 

Κατά τις 10:15 π.μ., Blogger Λίτσα

Mboy - είναι λίγο σαν αυτό που λέει ο Καβάφης: "Έτσι που τη ζωή σου χάλασες εδώ/σ' όλη τη γη τη χάλασες".
Τα βιβλία των παλιών περιηγητών είναι πολύ γοητευτικά, παρ' όλες τις ιδεολογικές δεσμεύσεις που έχουν αρκετοί - ίσως οι περισσότεροι. Τις προκαταλήψεις μπορείς να τις διακρίνεις εύκολα - και, εδώ που τα λέμε - έχουν κι αυτές το ενδιαφέρον τους, καταλαβαίνεις πολλά. Και από την άλλη, είναι εξαιρετικό να βλέπεις τις ασυμμετρίες πολιτισμών, νοοτροπιών κλπ. αποτυπωμένες στην ίδια σελίδα.
(Ιδέα μου είναι ή τείνει να εκλείψει πια η ταξιδιωτική λογοτεχνία;)

 

Κατά τις 4:15 μ.μ., Blogger zouri1

τα ταξίδια ειναι πλεον μια απλη αποφαση.Το μονο που σε εμποδίζει τωρα ειναι το οικονομικο.
Μπορεις να οργανωσεις τα παντα και πανευκολα.Ολα ειναι θεμα διαθεσης και τι κουβαλας απο πριν στην ιδια σου την ζωη.
Δεν ειναι αναγκη να περιμενεις απο καποιον να σου βγαλει ενα ηδη δουλεμενο προγραμμα.Βγαζεις το δικο σου,συμφωνα και μονο με τα γουστα σου.Αυτοι που γουσταρουν την φυγη ειναι και αυτοι που κανουν παντα ενα βημα μπροστα.

 

Κατά τις 6:04 μ.μ., Blogger Λίτσα

zouri - προφανώς υπάρχουν άνθρωποι που οργανώνουν μόνοι τους τα ταξίδια τους και δεν παίρνουν έτοιμα "πακέτα" - γι' αυτούς το ταξίδι δεν είναι κοινωνική επιταγή, αλλά κάτι άλλο. Και, προφανώς, δεν αναφέρομαι σ' αυτούς μιλώντας για "μαζικά" ταξίδια.

 

Κατά τις 8:14 π.μ., Blogger roidis

το ταξίδι(θα έπρεπε να είναι) ιεροτελεστία, εμμονή, πάθος και πολλά άλλα. Το καλό ποστ μου έδωσε το έναυσμα να τελειώσω κάποτε ένα κείμενο με το ίδιο θέμα. Προς το παρόν...
Εύχομαι Καλές Γιορτές. Υγεία!

φιλιά.

 

Κατά τις 4:46 μ.μ., Blogger Λίτσα

Roidis: Ναι, θα έπρεπε (και, ευτυχώς, για κάποιους - λίγους - είναι ακόμη. Αντεύχομαι, φίλτατε.