Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007
Μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο

Για την Αθηνά, που με έμαθε

Η 25η Μαρτίου είναι για μένα ημέρα γκρίνιας. Ένα χρόνο πριν, είχα κάνει ένα υπολογισμένα οργισμένο post όπου έλεγα τι δεν θα ακούσουμε στους ρητορικούς λόγους και τα διαγγέλματα που κατ’ ανάγκην εκφωνούνται με αφορμή την εθνική επέτειο. Φέτος είχα ακόμη περισσότερους λόγους να γκρινιάξω – αποφάσισα όμως να αλλάξω ελαφρώς το θέμα, χωρίς εν τούτοις να μεταβάλλω και τη γκρινιάρικη διάθεση. Και, είπα, αντί να μιλήσω για την επανάσταση και την ιστορία, να αναφερθώ στην ποίηση και στη φιλολογία – και να περάσω τη μέρα μου μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο. Ούτω και εγένετο.

Τον θυμάστε τον Κάλβο; Είναι εκείνος ο Ζακύνθιος ποιητής, που έγραφε σε γλώσσα ακαταλαβίστικη και που συνήθως στο σχολείο μας τον δίδασκαν επί τροχάδην πριν από τον Σολωμό· ψελίζανε κάτι τι για τις ιταλικές του καταβολές, για την αρχαΐζουσα γλώσσα του και για τη στιχουργία του και μετά πέρναγαν στον «Εθνικό Ύμνο» και στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» («πολιορκισμένους» είναι το σωστό, έτσι το έγραψε ο Σολωμός). Μερικοί ίσως τον θυμούνται και από την (άθλια, κατ’ εμέ) μελοποίηση του Θεοδωράκη στα «Τραγούδια του Αγώνα». Περιέργως, παρά τη μελοποίηση, ο Κάλβος δεν πέρασε ποτέ στο λεγόμενο «ευρύ κοινό», όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης· απέμεινεν, ωστόσο, ο στίχος του θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, και κατά καιρούς χρησιμοποιείται από διάφορους (και αδιάφορους) ομιλητές που θέλουν να παραστήσουν τους βαθυστόχαστους.

Ο Κάλβος έγραψε κυρίως για την ελληνική επανάσταση. Δέκα ωδές στη Λύρα που τυπώθηκε το 1824 στη Γενεύη και άλλες δέκα στα Λυρικά, που τυπώθηκαν το 1826 στο Παρίσι. Ο ίδιος έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη (με είδε / το πέμπτον του αιώνος / εις ξένα έθνη)– στην Ιταλία (Χαίρε Αυσονία), στην Αγγλία (χαίρε / και συ Αλβιών) και στη Γαλλία (χαιρέτωσαν / τα ένδοξα Παρίσια). Και, παρ’ όλο που ευχήθηκε να πεθάνει στη Ζάκυνθο (Ας μη μου δώσει η μοίρα μου / εις ξένην γην τον τάφον· / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα), η μοίρα του το έφερε να πεθάνει στην Αγγλία το 1867· κανείς στην Ελλάδα δεν τον επένθησε, όπως προσφυώς παρατηρεί αργότερα ο Παλαμάς, ο οποίος άλλωστε τον «ανακαλύπτει» περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν γραφεί πολλές σελίδες για τον ιδιότυπο ποιητή· μέχρι και ο Σεφέρης του αφιέρωσε ένα δοκίμιο («Απορίες διαβάζοντας Κάλβο»), διετύπωσε δε εκείνον τον περίφημο (και απολύτως εσφαλμένο) αφορισμό: «Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης, οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά» - ο Ελύτης πάλι στάθηκε δίπλα του μ’ έναν άλλο τρόπο, ουσιαστικότερο και πιο βαθύ.

Τέλος πάντων, όλες οι εμβριθείς αναλύσεις για το καλβικό έργο κατέληγαν πάντα στην ίδια κριτική αντίληψη – ότι ο Κάλβος επηρεάστηκε πρωτίστως από την ιταλική ποίηση και ότι έμεινε πιστός στους κανόνες της κλασικιστικής ποιητικής. Έτσι τον διδαχτήκαμε στο σχολείο και τα ίδια ακούσαμε και στο πανεπιστήμιο. Αλλά, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Δεν είναι της ώρας να αναλύσω λεπτομερώς ποιητικές και αισθητικές θεωρίες – και σε τελική ανάλυση, ποιον αφορά τι στην πραγματικότητα ήταν ο Κάλβος; Αν κανείς συγκινείται από τους στίχους του, αδιαφορεί για τα περαιτέρω· αν πάλι δεν του λέει τίποτα το όνομα «Κάλβος», ομοίως παραμένει απαθής στους φιλολογικούς σχολαστικισμούς μερικών «βαρεμένων», που, τέλος πάντων, αγνοούν και το νόημα της λεγόμενης «πραγματικής ζωής». Εγώ πάλι έχω το blog μου για να βγάζω το άχτι μου: και, η περίπτωση του Κάλβου, εμπίπτει μέσα στα δεκάδες πράγματα που με εκνευρίζουν, ακριβώς διότι απεικονίζει πλήρως τις εμμονές της ελληνικής φιλολογίας και της λογοτεχνικής κριτικής και την αδυναμία τους να εξελιχθούν και να συμβαδίσουν με το παρόν.

Ας μονολογήσω, λοιπόν. Τι είναι ο κλασικισμός (ή νεοκλασικισμός, κατά μία άλλη προσέγγιση); Μια θεωρία για την τέχνη – που βασίζεται στην ευλαβική τήρηση των λογοτεχνικών κανόνων όπως αυτοί διατυπώθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους κλασικούς (κυρίως Αριστοτέλη και Οράτιο) και τους Γάλλους (κυρίως) θεωρητικούς του 17ου αιώνα (κατεξοχήν από τον Boileau). Σύμφωνα μ’ αυτούς τους κανόνες (που είναι πράγματι πολύ σχολαστικοί ως προς τη σύνθεση, τη στιχουργία, τη λογοτεχνική γλώσσα και τα παρόμοια) γράφτηκαν λ.χ. οι τραγωδίες του Racine και του Corneille, τα ποιήματα του Alexander Pope και του John Dryden, τα πεζογραφήματα του Joseph Addison και του James Boswell. Πέρα όμως από τους ειδικότερους κανόνες, η ποιητική του κλασικισμού βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο κοσμοείδωλο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την τάξη, την αρμονία, την πληρότητα· ο κόσμος των κλασικιστών είναι, ας πούμε, ένας κόσμος τακτοποιημένος, τέλειος, ισορροπημένος, ακόμη και τα πάθη υποτάσσονται στο μέτρο, και η εξέχουσα ποιότητα είναι αυτή του ωραίου – ωραία πρόσωπα, ωραία συναισθήματα, ωραίοι νόμοι, ωραίες κοινωνίες: ωραία δηλαδή αρμονικά, χωρίς εντάσεις, ήρεμα, χωρίς ανατροπές.

Ας πάρουμε οποιανδήποτε από τις Ωδές του Κάλβου· ο κόσμος που βγαίνει από τους στίχους του, καμία σχέση δεν έχει με το κλασικιστικό κοσμοείδωλο:

Άγρια, μεγάλα τρέχουσι / τα νερά της θαλάσσης, / και ρίπτονται και σχίζονται / βίαια επί τους βράχους / αλβιονείους. Πού είναι η τάξη και η αρμονία και η ομορφιά; Καμία αίσθηση γαλήνης, καμία ηρεμία – το αντίθετο ακριβώς: βιαιότητα, η φύση στις άγριες στιγμές της, τα ελάχιστα «ειδυλλιακά» τοπία που περιγράφονται είναι συνδεδεμένα με την ανατριχιαστική και εφιαλτική παρουσία του θανάτου. Σε όλες τις Ωδές βλέπουμε άλογα να τρέχουν μανιασμένα, ανέμους να ξεθεμελιώνουν τον κόσμο, τον ωκεανό να συνταράζεται από θύελλες, τις συγκρούσεις του πολέμου, επικίνδυνες πτήσεις και μοιραίες πτώσεις, αίμα και φωτιά, και σχεδόν πάντα τον πόθο, την απόφαση και την επιταγή για μια πορεία ανηφορική, η οποία οδηγεί στην ελευθερία – και στη δόξα, αφού Έσφαλεν ο την δόξαν / ονομάσας ματαίαν.

Ιδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Όσοι το χάλκεον χέρι / βαρύ του φόβου αισθάνονται / ζυγόν δουλείας ας έχωσι·/ θέλει αρετήν και τόλμην / η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει / νουν αληθείας) επτέρωσε / τον Ίκαρον· και αν έπεσεν / ο πτερωθείς κ’ επνίγη / θαλασσωμένος

αφ' υψηλά όμως έπεσε, / και απέθανεν ελεύθερος. / Αν γένης σφάγιον άτιμον / ενός τυράννου, νόμιζε / φρικτόν τον τάφον.

Έχει και εικόνες ωραιότητος και αρμονίας ο Κάλβος – μόνο που φροντίζει να τις ανατρέψει βίαια· όπως ας πούμε στην ωδή «Εις Ψαρά», όπου περιγράφει ένα ανακρεόντειο συμπόσιο, σχεδόν βακχικό, με μουσικές, μελιφρόνους αμφορείς, ηδονές και χορούς παρθένων, κι εκεί που τα μέλη λύνονται, βλέπεις την αρμονία να γίνεται χίλια κομμάτια μ’ εκείνη την τρομερή ποιητική αποστροφή Αναίσχυντα φρονήματα των αγεννέων ανθρώπων και τις συνακόλουθες εικόνες από την καταστροφή των Ψαρών. Ή στα «Ηφαίστεια», όπου κάθε εικόνα της (άλλοτε) ήρεμης και όμορφης φύσης εμπεριέχει μια βίαιη δύναμη, την υποψία του τρόμου και της φρίκης:

Ελεύθερα αχαλίνωτα / μέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουν / τ’ άλογα, και εις την ράχην τους / το πνεύμα των ανέμων / κάθεται μόνον.

Εις τον αιγιαλόν / από τα ουράνια σύγνεφα / αφόβως καταβαίνουν / κραυγάζοντες οι γλάροι / και τα γεράκια.

Λοιπόν, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι κλασικιστικό – αντιθέτως, όλα είναι εικόνες και στάσεις του ρομαντισμού, και μάλιστα στην ανατρεπτική, βυρωνική του εκδοχή. Ακόμη και η στιχουργία του Κάλβου έρχεται να ενισχύσει τη ρομαντική εικονογραφία και διάθεση λόγω του διασκελισμού, του γεγονότος δηλαδή ότι το νόημα δεν ολοκληρώνεται μέσα σ’ έναν στίχο, αλλά ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται σε ολόκληρη τη στροφή, συχνά δε ολοκληρώνεται στην επόμενη· έτσι, κυριολεκτικά βλέπεις τα κύματα να στροβιλίζονται, τα άλογα να τρέχουν, τους ανέμους να περνάνε μανιασμένοι πάνω από έρημες πεδιάδες. Αλλά, όπως ξέρουμε, η χρήση του διασκελισμού στην ποίηση, πάντα, από την αρχαιότητα ακόμη, εσήμαινε τη διάθεση της ρήξης με την παράδοση, της ανατροπής, της απελευθέρωσης.

Τα γνωρίζει όλα αυτά η νεοελληνική φιλολογία; Θα έπρεπε, διότι έχουν δημοσιευτεί εδώ και δέκα σχεδόν χρόνια οι σχετικές μελέτες της Αθηνάς Γεωργαντά (η οποία προσφάτως δημοσίευσε ένα ακόμη μελέτημα για τη σχέση του Κάλβου με το κίνημα των Καρμπονάρων). Γιατί, παρ’ όλα αυτά, επιμένει στις παλαιότερες αντιλήψεις; Άγνωστο. Ή μάλλον γνωστό. Επειδή, χαλάει η «συνταγή» - και όχι τόσο η «συνταγή» που αφορά την αναθεώρηση παγίων θέσεων της κριτικής (ας πούμε, ότι με όλα αυτά ο Κάλβος αναβαθμίζεται σε σχέση με τον Σολωμό), όσο η «συνταγή» που σχετίζεται με τη φήμη ορισμένων μελετητών, με το υπάρχον κύρος τους (το όποιο, τέλος πάντων, διότι είναι συζητήσιμο όλο αυτό το περί «κύρους» υπό τις δεδομένες συνθήκες και τις κυρίαρχες νοοτροπίες), με τις πανεπιστημιακές ή άλλες θέσεις που κατέχουν.

Τώρα όλα τα παραπάνω, θα μπορούσαν να οδηγήσουν ξανά στη συζήτηση αναφορικά με τα διδακτικά εγχειρίδια, με το τι μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, με το ποια τέλος πάντων είναι η ταυτότητα και ο ρόλος των ανθρωπιστικών σπουδών και τα παρόμοια.

Μάταιος κόπος, φίλτατοι. Εξάλλου, εγώ ό,τι έγραψα, το έγραψα επειδή αγαπώ τον Κάλβο.

 
Από τη Λίτσα κατά τις 8:46 μ.μ. | Ενθύμιον |


16 Σημειώσεις:


Κατά τις 9:13 π.μ., Blogger οι σκιές μιλάν

Πολύ ενδιαφέρον ποστ Λίτσα. Η αλήθεια είναι οτι με την ποίηση του Κάλβου δεν έχω συναντηθεί σε βάθος κι εύρος για να είμαι σε θέση να εκφέρω κάποια άποψη επί της ουσίας του κειμένου σου. Έχω ωστόσο μια ένσταση για τον χαρακτηρισμό "απολύτως εσφαλμένη" που αποδίδεις στον αφορισμού του Σεφέρη:

Λές:
(...)διετύπωσε δε εκείνον τον περίφημο (και απολύτως εσφαλμένο) αφορισμό: «Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης, οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά»

Η φράση του Σεφέρη, αν εννοηθεί σωστά, δεν είναι μόνο μια αναλογία προορισμένη να κάνει εντύπωση αλλά μια βαθειά αλήθεια. Αυτό που καταλαβαίνω είναι οτι πως οι 3 αυτοί ποιητές δεν έλαβαν ποτέ ριζική επαφή με την ζωντανή παράδοση όπως είχε λάβει λ.χ. ο Γρπάρης. Ο Κάλβος κι ο Σολωμός ιδιαίτερα, δεν έλαβαν καμμία. Οι στίχοι τους είναι ξένοι με το ακριτικό έπος, τον Ερωτόκριτο και τα άλλα δημώδη έργα. Η γνωρμία δε του Σολωμού με το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν ζωντανή, αλλά του βιβλίου, άσχετα αν η επίδραση αυτή υπήρξε βαθύτατη.

Νομίζω δε οτι επειδή φτάνουμε σε κάποιο σημείο να βλέπουμε την ποίηση με την πρόληψη της δημοτικής ή λόγιας παράδοσης είναι ενδιαφέρον που τα κομιζόμενα δώρα στην ελληνική ποίηση ήρθαν από ανθρώπους που "δεν ήξεραν ελληνικά".

Για δε τον Σολωμό μάλιστα, μιλάμε και για περίπτωση ανθρώπου που έμαθε Ελληνικά όπως μαθαίνουμε σήμερα εμείς γαλλικά ή γερμανικά. Τα γράμματα του Σπ. Τρικούπη στον Πολυλά για το θέμα είναι μεν κοινοτοπία να αναφέρονται αλλά το δεικνύουν καθαρά.

Να με συμπαθάς που το σχόλιο είναι στην εφαπτωμένη του κυρίου θέματος του ποστ σου.

 

Κατά τις 10:46 π.μ., Blogger The Motorcycle boy

Κατά πρώτον, πολύ ωραίο το καινούργιο τεμπλέιτ -είχα βαρεθεί το παλιό (και το λέω εγώ αυτό που δεν αλλάζω ποτέ το δικό μου, αλλά τώρα μιλάμε για σένα, εντάξει;)
Κατά δεύτερον, δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω τέτοιου είσους ποστ σου. Εγώ τον Κάλβο τον είχα για σκατόφλωρο μαλάκα και τους ρομαντικούς για λουλουδάτους καχεκτικούς -κάτι σαν τον ποιητή Φανφάρα. Αν είναι να μου ανατρέπεις εσύ τις αντιλήψεις (και είμαι και γέρος άνθρωπος) -δεν κάνουμε δουλειά! Έχω να διαβάσω ένα κάρο πράγματα θα έχω να διαβάζω και Κάλβο τώρα;
Υ.Γ.: Πάει ο καφές, ούτε πήρα χαμπάρι για πότε τον τελείωσα. Θα ξανάρθω μετά να παρακολουθήσω την συζήτησή μου με τον Σκιές.

 

Κατά τις 11:28 π.μ., Blogger Λίτσα

Σκιές - πολύ ενδιαφέρον το σχόλιό σου, και δεν έχει σημασία αν είναι στην περιφέρεια του post. Λοιπόν, θα πρέπει ν' αναρωτηθεί κανείς τι εννοεί ο Σεφέρης όταν λέει ότι δεν ήξεραν ελληνικά, δηλ. για ποια ελληνικά μιλάει. Ο Σολωμός όντως ήταν δίγλωσσος (ιταλικά+ελληνικά) και όντως βλέπουμε σε πολλά σημεία της ποίησής του λάθη ως προς τη χρήση της γλώσσας (λ.χ., περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς). Όμως, και ο Κάλβος και ο Καβάφης ήξεραν πολύ καλά ελληνικά - ο Κάλβος λ.χ. χρησιμοποιεί λέξεις σπάνιες από την αρχαία γραμματεία, κι όσο για τον Καβάφη, αν δούμε τα αποκηρυγμένα ποιήματά του, διαπιστώνουμε πόσο ευχευρής ήταν στη χρήση της καθαρεύουσας.
Αν ο Σεφέρης αναφέρεται στην ομιλουμένη της εποχής και πάλι είνια συζητήσιμο το θέμα: στο Σολωμό υπάρχουν δεκάδες "λαϊκές" λέξεις και διαλεκτικά στοιχεία (κουρταλώ, λ.χ.), στον Κάλβο βλέπεις επίσης λέξεις του τύπου "ξανοίγω", "σύγνεφα", και στον Καβάφη παρομοίως. Ότι δεν έγραψαν οι δύο τελευταίοι στην ομιλουμένη (ας πούμε στη δημοτική) είναι γεγονός, όμως από αυτό δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην η άγνοιά τους. Ως προς την επαφή με την παράδοση, τώρα, να σημειώσω ότι για τον Σολωμό τούτο δεν είναι ακριβές, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον Ερωτόκριτο (τα έργα της κρητικής σχολής επέδρασαν σημαντικά στην ποίηση των Επτανησίων). Σαφώς, η επαφή του αυτή δεν είχε τη φύση που είχε λ.χ. η επαφή του Βαλαωρίτη, του Γρυπάρη ή και του Παλαμά. Αλλά ας λάβουμε υπόψη και την εποχή: όταν έγραφαν ο Σολωμός και ο Κάλβος είχαν αρχίσει να "ανακαλύπτονται" τα δημοτικά τραγούδια και από τους Έλληνες και επίσης τότε ή και λίγο αργότερα είχαν αρχίσει να γίνονται οι πρώτες συλλογές δημοτικών ασμάτων από ξένους κυρίως (Fauriel κ.ά.) Η επαφή του Καβάφη με την παράδοση, πάλι, είναι άλλο ζήτημα: οι πηγές του είναι κυρίως λόγιοι, σημειώνω όμως μια ποιητική αναφορά του στα δημοτικά τραγούδια ("πράγματα συμπαθητικά, δικά μας γραικικά") στο ποίημα "Πάρθεν".
Κι ένα τελευταίο: είναι γεγονός ότι ο Σεφέρης ως φορέας της οπτικής της γενιάς του '30, είδε αυτούς τους τρεις ποιητές μ' έναν ορισμένο τρόπο, ας πούμε "ιδεολογικό". Δεν είναι κακό αυτό, αρκεί να αντιλαμβανόμαστε τους περιορισμούς της εποχής.

 

Κατά τις 11:30 π.μ., Blogger Λίτσα

Mboy - χαχα, σωστά, είδες όλο άνω-κάτω τα κάνω.
Ναι, μωρέ, κι εγώ το είχα βαρεθεί το παλιό template (αλλά βαριόμουν επίσης και να το αλλάξω).

 

Κατά τις 12:16 μ.μ., Blogger zero

Οσον αφορα το ποστ ...
ειναι καταπληκτικο οπως παντα.

Οσον αφορα το layout και αυτο πολυ ομορφο ειναι.
Το μονο που χρειαζεσαι ειναι η μαγικη λεξη που θα κανει το background να ΜΗΝ σκρολαρει μαζι με ολο το ποστ/blog σου.

Κατα τ'αλλα ολα ειναι πολυ ομορφα.

ζερο.

 

Κατά τις 12:56 μ.μ., Blogger οι σκιές μιλάν

θα πρέπει ν' αναρωτηθεί κανείς τι εννοεί ο Σεφέρης όταν λέει ότι δεν ήξεραν ελληνικά, δηλ. για ποια ελληνικά μιλάει.

Ίσως να μην ήταν καθαρό το σχόλιο μου. Όπως καταλαβαίνω, τουλάχιστον εγώ, τη σεφερική φράση, ο νονός μου, ο κυρ Γιώργης, δεν αναφερόταν σε κανενός είδους γλωσσική μορφή αλλά στην επαφή που είχαν οι τρεις ποιητές με την ελληνική ποιητική παράδοση πριν αρχίσουν να γράφουν. Πιο συκεκριμένα με τη δημώδη έργα τα ακριτικά, τα κρητική σχολή και γενικότερα την λογοτεγνική παραγωγή στην ελληνική γλώσσα. Δεν μεγάλωσαν με τέτοια έργα, δεν μεγάλωσαν με τέτοιους στίχους στ' αυτιά τους, ούτε με τον ρυθμό του δημοτικού στίχου. Τον πλούτο τους τον ανακάλυψαν σε όψιμο στάδιο. Φυσικά και μιλούσε ελληνικά ο Καβάφης και φυσικά και έμαθε ελληνικά ο Σολωμός. Στο γράμμα του Τρικούπη προς τον Πολυλά ο πρώτος μεταφέρει διάλογο του με τον Σολωμό, ο οποίος στην ερώτηση γιατί δεν γράφεις ελληνικά απαντά "γιατί δεν ξέρω ελληνικά." (Την περίπτωση του Κάλβου την αφήνω απ' έξω γιατί δεν την γνωρίζω καλά)

Συνεπώς, αν, επαλαλαμβάνω, αντιλαμβάνομαι σωστά τον αφορισμό, ο αφορισμός αφορά το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσαν οι τρείς το οποίο δεν αρδευόταν από κανάλια που γνώριζαν αντίθετα ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς και άλλοι. Δεν εξετάζω τους λόγους που συνέβη αυτό, ούτε πως διείσδυσε στο έργο των 3ών η γνωριμία τους με την εν λόγω παράδοση - ιδιαίτερα στην περίπτωση Καβάφη που, όπως σημειώνεις, παρουσιάζει νομίζω εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Αν καμμιά μέρα πιάσω τον Κάλβο, θα επιστρέψω να ξαναδιαβάσω το ποστ και να σου αφήσω σχόλιο επί της ουσίας.
:P

και πάλι να μη συμπαθάς που έμεινα στο ήσσον του ποστ σου.

 

Κατά τις 1:56 μ.μ., Blogger The Motorcycle boy

Χε χε γι΄αυτό είπα πως θα παρακολουθήσω τον διάλογο! Νομίζω πως ο Σκιές μιλάει για καταβολές ή κοινωνική ζύμωση. Όντως αυτοί που λέει διαμορφώθηκαν "εκτός Ελλάδος". Αλλά από την άλλη πλευρά -δε νομίζω πως η διανόηση της εποχής διαμόρφωνε τον χαρακτήρα της σε παρόμοιες κοινωνικές συνθήκες με τους δημιουργούς της λεγόμενης "ελληνικής παράδοσης" και υπεύθυνους για τη δημοτική ποίηση. Νομίζω πως οι "πνευματικοί άνθρωποι" της εποχής διαμορφώνονταν από ευρωπαϊκά ρεύματα -βάλε μέσα και τους ιταλούς κ.λ.π. κάτοχους των νησιών.
Υ.Γ.: Πάω να φύγω γιατί μου φαίνεται πως τα έμπλεξα περισσότερο!

 

Κατά τις 2:44 μ.μ., Blogger Λίτσα

@Σκιές: το πρόβλημα με τους αφορισμούς είναι αυτό ακριβώς, ότι δεν ξέρουμε σε ποιο αναφορικό πλαίσιο λειτουργούν. Α propos, να ξεκαθαρίσω πως ό,τι γράφω εδώ απηχεί καθαρά προσωπικές μου αντιλήψεις - έτσι, το γεγονός ότι θεωρώ εσφαλμένο τον σεφερικό αφορισμό, δεν σημαίνει ότι είναι κιόλας (αυτονόητο, αλλά πρέπει να το λέμε πού και πού).
Λοιπόν, η ένστασή μου στα λεγόμενα του Σεφέρη (και με την ερμηνεία που δίνεις) έχει να κάνει με τον προσδιορισμό της παράδοσης. Ο Κάλβος λ.χ. και ο Καβάφης δεν ανάγονται στη δημώδη παράδοση - σωστό. Ανάγονται όμως σε μια άλλη, στην αρχαία, στην ελληνιστική, κλπ. Το ερώτημά μου είναι, γιατί αυτή η παράδοση αποκλείεται από το πεδίο του όρου "ελληνικά"; Κοντολογίς, θεωρώ εσφαλμένο τον αφορισμό είτε αναφέρεται στα καθαρώς γλωσσικά πράγματα είτε αναφέρεται στην παράδοση, επειδή, εν προκειμένω την περιορίζει μόνο στη δημώδη παραγωγή.
Θεωρώ, δε, ότι πάντα, προκειμένου να συζητήσουμε τόσο για γεγονότα όσο και για κρίσεις επί των γεγονότων, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη την περιρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής: γι' αυτό στο προηγούμενο σχόλιο αναφέρθηκα στη συγκυρία της εποχής του Κάλβου και του Σολωμού. Προσωπικώς (και το υπογραμμίζω αυτό) θεωρώ ότι η επαφή του Σολωμού με τα δημώδη (όπως βγαίνει από την ποίησή του) είναι πολύ πιο ουσιώδης απ' ό,τι η αντίστοιχη του Σεφέρη με τον Ερωτόκριτο λ.χ., όπως αποτυπώνεται στον "Ερωτικό λόγο" - αλλά αυτό είναι υπόθεση της δικής μου αναγνωστικής ματιάς, συνεπώς δεν αποκλείω καθόλου την πιθανότητα παρανάγνωσης ή παρερμηνείας.
Για να ενσωματώσω λίγο και τις παρατηρήσεις του Mboy, να προσθέσω ότι η στροφή προς τη δημώδη παράδοση έτσι κι αλλιώς οφείλεται σε εξωτερική επίδραση: ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός είναι εκείνος που εξυμνεί τη δημώδη ποίηση και τη γλώσσα της ως κατεξοχήν περιπτώσεις πηγαίων και γνήσιων συναισθημάτων και σε εκφραστικό επίπεδο. Είναι δε ενδιαφέρον ότι η πρώτη γενιά των Ελλήνω ρομαντικών επιχειρεί να συνδυάσει στην ποίησή της τα δεδομένα του ευρ. ρομαντισμού και της δημοτικής μας ποίησης - βλ. λ.χ. το στίχο
Κόρη με τα χρυσά μαλλιά στους κρουσταλλένιους ώμους / πού τρέχεις ολομόναχη της ερημιάς τους δρόμους;
Αυτά τα γράφει το 1837, ο Α.Ρ. Ραγκαβής, ο ίδιος που το 1864 γράφει:
Η έκτασις του αχανούς
Αιγαίου εκοιμάτο
κι έβλεπες δύο ουρανούς
ο είς ην άνω κυανούς
γλαυκός ο άλλος κάτω.
(Παρέθεσα τα δείγματα για να φανεί η διαφορά τόνου, εκφραστικών μέσων κλπ.)
Επαναλαμβάνω ότι δεν χρειάζονται απολογίες για το ότι έμεινες στο "ήσσον" του ποστ: η συζήτηση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

 

Κατά τις 9:03 π.μ., Blogger Π

Eγώ δεν ξέρω τι εννοεί ο Σεφέρης, αλλά από τη μιά όταν διαβάζω Kάλβο (με ήχο, εννοώ, γιατί πάντα έτσι διαβάζω τα ποιήματα) γεύομαι στο στόμα μου ένα καθαρό πράγμα παρόμοιο με τα αρχαία ελληνικά (συμπαθάτε με, δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα αυτό παρά μόνο διά ζώσης), και από την άλλη ως μουσικός τρελαίνομαι με τoυς διαολεμένους ρυθμούς του - ιδίως τον εξωφρενικό πέμπτο στίχο του, φυσικά.

Yπάρχουν περιπτώσεις όπου μου φαίνεται πως οι τομές και τα ρήγματα που δημιουργούν οι στίχοι του δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από σύγχρονη ποίηση. Aφήνω το γνωστό (και αγαπημένο μου) «... ακαταπαύστως» και παραθέτω αυτό:

--------------------------
Aκούω του λυσσώντος
Aνέμου την ορμήν·
Kτυπά με βίαν· ανοίγονται
Tου ναού τα παράθυρα
Kατασχισμένα.
--------------------------

Kαι διασκελισμό από στίχο σε στίχο ξέρω, αλλά (ρωτάω, δεν ξέρω) υπάρχουν κλασικοί ποιητές που να σταματούν στροφές όπως ο Kάλβος;

Σε τέλος δευτερεύουσας πρότασης:

--------------------------
Eις τον ηγριωμένον
Bαθύν ωκεανόν,
Όπου φυσάει με βίαν
Kαι οργίζεται το πνεύμα
Tης πικράς τύχης·

Kαθ' ημέραν κυττάζει
Tους πολλούς των δυστήνων
Πνιγομένων θνητών,
(κτλ.)
--------------------------

Aκόμα και χωρίς το πρόσχημα της άνω τελείας:

--------------------------
Όταν εις την αθλίαν
Eλλάδα από τα έσχατα
Tης ερυθράς θαλάσσης
Tων αραβίων πετάλων
Ήλθεν ο κτύπος

Eκεί προς τα λουτρά
(κτλ.)
--------------------------

Aκόμα 'χειρότερα', στη μέση μιάς παράταξης ομοειδών λέξεων:

--------------------------
Tα μυρισμένα χείλη
Tης ημέρας φιλούσι
Tο αναπαυμένον μέτωπον
Tης οικουμένης· φεύγουσιν
Όνειρα, σκότος,

Ύπνος, σιγή· (κτλ.)
--------------------------

Kαι 'τρισχειρότερα', υπάρχει κλασικό ποίημα που να κάνει (εκφραστικότατο) διασκελισμό ΣTH MEΣH μιάς λέξης;

--------------------------
Tην πνοή σας αχόρταστοι
Eπιθυμούν· αλλοίμονον
Άν ποτε επί τα σφάγια
Tων τυράννων αναστε-
νάξη η ψυχή σας.
--------------------------

 

Κατά τις 11:24 π.μ., Blogger Λίτσα

Πάει θα με ξεπαραδιάσεις, διότι μετά το σημερινό σχόλιο, θα σου στείλων κάνιστρα ανθέων επί τοις ονομαστηρίοις, αγαπητέ μου Π. Λοιπόν, σκόπευα να σε ρωτήσω έτσι κι αλλιώς την άποψή σου για τη μουσικότητα του Κάλβου, και ευτυχώς με πρόλαβες. Στην αρχαία ποίηση δεν ξέρω να υπάρχουν τόσο "βίαιοι" διασκελισμοί, δεν είναι ωστόσο το πεδίο μου. Τα παραδείγματα που παρέθεσες δείχνουν σαφέστατα αυτή τη διάθεση ρήξης με κάθε κανόνα της κλασικιστικής ποιητικής.
Ευχαριστίες άπειρες.

 

Κατά τις 7:11 μ.μ., Blogger Π

Aγαλλιών, ερυθριών κτλ. (αλλά και αδυνατών να παρακολουθήσω τον καταιγισμόν νέων ποστ), επανέρχομαι εδώ.

- Kλασικίζουσα τάση θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ο κονστρουκτιβισμός των πολύπλοκων κανόνων μετρικής που ακολουθεί. Aλλά και πάλι οι κανόνες αυτοί, αν δεν κάνω λάθος, είναι προσωπικό του (άρα καθόλου κλασικό) σύστημα.

- Eίναι προφανές ότι οι συνεχείς διασκελισμοί δεν του προκύπτουν συμπτωματικά, ως ατέλεια ή εξαναγκασμός λόγω του μικρού μήκους των στίχων, αλλά το αντίθετο: προσέχει πάρα πολύ πού και γιατί τους κάνει, άρα το μήκος των στίχων είναι σκόπιμη επιλογή που την εκμεταλλεύεται στο έπακρο.

- Όσο για τη 'μουσική', ήθελα να παρατηρήσω ότι με την πρώτη επιφανειακή ματιά φαίνονται ίδιες όλες οι στροφές του, αλλά ακριβώς λόγω της πολύπλοκης μετρικής και των διασκελισμών -και του εκάστοτε περιεχομένου- το αποτέλεσμα ποικίλλει πολύ. Tο καθένα από τα παραδείγματα που παρέθεσα, π.χ., έχει διαφορετική κίνηση.

 

Κατά τις 9:13 μ.μ., Blogger Λίτσα

Προσπαθώντας να συνέλθω από τον κονστρουκτιβισμό, που μου έπεσε κομματάκι βαρύς, να συμφωνήσω ότι οι μετρικοί του κανόνες όντως δεν εντάσσονται πλήρως στο λεγόμενο κλασικό σύστημα, ότι οι διασκελισμοί του διόλου τυχαίοι δεν είναι και ότι όντως η μουσική των Ωδών είναι ποικιλότερη απ' ό,τι αρχικώς φαίνεται: αλλά χρειάζεται να τον διαβάσει κανείς μεγαλόφωνα και σωστά για να το καταλάβει.
Σε ό,τι αφορά τον υποτιθέμενο "κλασικισμό" της μετρικής του Κάλβου, θα ήθελα όσοι επιμένουν σ' αυτή τη θέση, να εξηγήσουν την προκύπτουσα αντινομία: (υποτιθέμενα) κλασικιστική μετρική + ρομαντικό κοσμοείδωλο, εικονογραφία κλπ.

 

Κατά τις 9:14 μ.μ., Blogger Λίτσα

Ελησμόνησα: ο καταιγισμός των post συμπτωματικός είναι - και πάντως, τα παρόντα δύνανται να χρησιμεύσωσι εις περιόδους ισχνών αγελάδων.

 

Κατά τις 10:15 μ.μ., Blogger Π

Θες κι άλλα; Eκφράσεις όπως «την πνοή σας αχόρταστοι επιθυμούν» κατά τη γνώμη μου είναι επιπέδου Σαίξπηρ. (Mάλιστα σε μιά παλιότερη παρατήρησή μου, στις μεταφραστικές συναντήσεις στο δικό μας blog, τον Kάλβο είχα σκεφτεί ως έναν πιθανό υποψήφιο για το άρωμα που θα ήθελα να έχουν τα ελληνικά μου αν μπορούσα να μεταφράσω Σαίξπηρ.) Kαι κάτι αμιγώς μουσικολογικό για το «αναστε / νάξη»: ένα εύρημα του ιταλικού πρώιμου μπαρόκ (της εποχής του Mοντεβέρντι, που επίσης σημαδεύεται από πολλές και μεγάλες ρήξεις με τα τότε κλασικά) ήταν να μελοποιείται αυτή η λέξη (sospiro, sospirare κτλ.) σπασμένη, με παύση και ακουστή αναπνοή μετά το so-. Aναρωτιέμαι αν υπάρχει περίπτωση να το γνώριζε αυτό ο Kάλβος.

Aυτά δι' απόψε· καθ'ότι
Σελασφόρος, Pοδάνις,
και ένιαι θήλειαι υπάρξεις
με καλούν· εις δείπνον
θεσπέσιον σπεύδω.

 

Κατά τις 12:19 π.μ., Blogger Λίτσα

Επιπέδου Σαίξπηρ θεωρώ και το "Αναίσχυντα φρονήματα των αγενέων ανθρώπων" - εκείνο το "με φως και με θάνατον/ακαταπαύστως" πάλι (το προσφιλές σου) είναι από τους sui generis στίχους. Αυτό για το ιταλικό μπαρόκ μου φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον: η ιταλική παιδεία του Κάλβου είναι δεδομένη, κι αν αυτό που λες ήταν γνωστό στην εποχή του, δεν ποκλείω να το ήξερε.
Μετά την κάλβειον αποστροφή, εύχομαι καλήν διάσκεδασιν και αναμένω κάλβειον επιστροφήν, ωσαύτως.