Δευτέρα, Μαΐου 29, 2006
Τα πράγματα, η μνήμη...
Το πέρασμά μου από την παιδική ηλικία στην εφηβεία το έχω συνδέσει με δύο γεγονότα, διαφορετικής σημασίας: την απώλεια των αντικειμένων που με συντρόφευαν στα παιδικά μου χρόνια και την αποκάλυψη μιας αλήθειας. Για το πρώτο, δεν έφταιγε κανείς – έτυχε. (Για το δεύτερο, έφταιγαν όλοι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αρκετά αδιάφορη για να την αφηγηθώ). Από την εποχή της εφηβείας έχουν απομείνει περισσότερα πράγματα· ανασκαλεύοντας, κάποτε, βρήκα κι ένα καπάκι μπύρας, από μια θορυβώδη εξόρμηση που ξεκίνησε νωρίς το απόγευμα σ’ ένα καφενείο στο Παλιόκαστρο, έξω από το Ηράκλειο, και κατέληξε ξημερώματα σε μια παραλία της Ιεράπετρας.

Δεν ξέρω γιατί κρατάμε πράγματα. Κοιτάζω γύρω μου στο γραφείο – δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιοστό χώρου άδειο· τα συρτάρια μου ξέχειλα· και στο πάτωμα κάτι παλιά ξύλινα κουτιά, γεμάτα κι εκείνα. Μπορώ να περιγράψω με λεπτομέρειες την ιστορία κάθε αντικειμένου – σε ολόκληρο το σπίτι. Πού το βρήκα, πότε το πήρα, ποιος μου το έδωσε. Σαν τις παλιές φωτογραφίες: τις κοιτάζω και μπορώ να αφηγηθώ ακριβώς τις λεπτομέρειες ολόκληρης εκείνης της ημέρας. Θυμάμαι τον Funes του Borjes – θα είναι φρικτό να έχεις αποκτήσει μια μνήμη τόσο τερατώδη. Και, κατ’ αντιδιαστολή, μου έρχεται στο νου η υπέροχη εκείνη αϋπνία που προσέβαλε τους ήρωες του Marques στο Εκατό Χρόνια Μοναξιά· στην κορύφωσή της, εξελίχθηκε σε απόλυτη αμνησία.

Αλλά, έλεγα για τα αντικείμενα. Μια φίλη μου έχει την ικανότητα να βλέπει σε κάθε αντικείμενο μια αισθητική όψη που δεν είναι αμέσως ορατή. (Σαν τον Jan Vermeer: οι ιστορικοί της τέχνης λένε ότι έβλεπε τα πράγματα με έναν τρόπο μοναδικό – he looked the things harder than others have looked at them. Harder – δηλαδή πιο έντονα, πιο βίαια, πιο σκληρά). Το σπίτι της είναι ασφυκτικά γεμάτο αντικείμενα· δεν τα έχει για να τα χρησιμοποιεί, αλλά για να τα βλέπει – η πεμπτουσία της αισθητικής θέασης του κόσμου. Μερικές φορές που πήγα να τη δω, της ζήτησα να καθίσουμε έξω στην αυλή. Στο σπίτι ασφυκτιούσα, ένιωθα μ’ έναν τρόπο εφιαλτικό ότι γινόμουν κι εγώ αντικείμενο, αφημένο σε μια γωνιά, σιωπηλό, να συμβολίζω κάτι έξω από μένα.

Δεν ξέρω αν τα αντικείμενα που μαζεύει η φίλη μου είναι φορτωμένα μνήμες – μνήμες δικές της, εννοώ. Υποψιάζομαι πως όχι. Δεν την ενδιαφέρει το κρυμμένο νόημα των αντικειμένων, αλλά η εξωτερική τους όψη, σχήματα, γραμμές, χρώματα, ατέλειες. Με κάποιο τρόπο, η εναρμόνισή τους μέσα στο χώρο δεν είναι άσχημη, δηλαδή δεν σου προκαλεί απαρέσκεια, σου προκαλεί φρίκη και η φρίκη μπορεί να εγείρει αισθητική συγκίνηση.

Σπανίως μάζεψα αντικείμενο μόνο για την αισθητική του όψη. (Δεν μιλώ για ομορφιά, ή τουλάχιστον όχι μόνο για ομορφιά – θα μπλέξουμε σε ζητήματα υποκειμενικών ορισμών και αυτή η κουβέντα θα οδηγήσει αλλού). Μπορεί να λέω ότι ένα αντικείμενο είναι «ωραίο», αλλά συνήθως μέσα σ’ αυτή τη λέξη βάζω πολλές ακόμη έννοιες, που δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκην με μορφικές ποιότητες. Ωραίο μπορεί να είναι κάτι που μου χάρισε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο· κάτι που συνέδεσα με μια καλή ή και άσχημη στιγμή· κάτι που μ’ έκανε να κλάψω. Αρκετά από τα πράγματα που έχω γύρω μου δεν είναι ωραία με τη συνήθη έννοια – είναι απλώς αδιάφορα. Κάποιος άλλος πιθανότατα δεν θα τα κοίταζε καν – ευτυχώς, έτσι δεν θα μπορούσε να εισβάλει απρόσκλητος στον κόσμο μου.

Δεν θυμάμαι να είχα αγαπημένα πράγματα όταν ήμουν παιδί. Ή μάλλον όχι – ήταν ένα γούνινο κουνελάκι κουρδιστό, που κρατούσε ένα καρότο· όταν το κούρδιζες, κουνούσε τα μπροστινά του πόδια και φαινόταν να τρώει. Βρισκόταν χρόνια επάνω στην τηλεόραση – ως διακοσμητικό· δεν επιτρεπόταν να παίξω μ’ αυτό να μην το χαλάσω, έπρεπε (έλεγαν) να το έχω όταν μεγαλώσω. Κάποια στιγμή, όταν άλλαξαν οι συνθήκες, διεκδίκησα αποφασιστικά το κουνελάκι και το κέρδισα· ανώφελη μάχη, διότι δεν υπήρχε πλέον πρόθεση να παραμένει ως διακοσμητικό. Θα πρέπει να έβγαλα το άχτι χρόνων, γιατί χάλασε· ούτε που ξέρω τι απέγινε. Ως έφηβη, τα αντικείμενα που αγαπούσα ήταν, ας πούμε, πιο συμβολικά – βιβλία, αφίσες, τέτοια πράγματα. Μόνο τα βιβλία έχουν απομείνει πια και κάποια άλλα μικροπράγματα, προσωπικά, όπως εκείνο το καπάκι της μπύρας.

Από πότε άρχισα να μαζεύω πράγματα; Νομίζω από το Πανεπιστήμιο. Συνεχίζω ακόμη. Μου αρέσει. Μερικά είναι πιο αγαπημένα – αυτά τοποθετούνται προνομιακά στο γραφείο μου, το πιο αγαπημένο μου μέρος, όπου περνάω τον περισσότερο χρόνο μου. Δεν ξέρω αν είμαι συναισθηματικά συνδεδεμένη μ’ αυτά. Φυσικά, έχουν για μένα ένα νόημα ειδικό – όμως, δεν νιώθω εξαρτημένη από την παρουσία τους. Έζησα κάμποσο καιρό χωρίς αυτά. Ίσως ήταν ένα πείραμα, μια δοκιμασία που επέβαλα στον εαυτό μου για να αποφύγω ακριβώς τέτοιες συνδέσεις. Μου αρέσει που ζω ανάμεσά τους, όμως ξέρω ότι μπορώ να ζήσω έχοντας μόνο μια βαλίτσα στο χέρι και μετακινούμενη από τόπο σε τόπο, σε χώρους απρόσωπους και αδιάφορους. Ίσως το κάνω κάποτε.
 
Από τη Λίτσα κατά τις 10:32 π.μ. | Ενθύμιον |


13 Σημειώσεις:


Κατά τις 10:59 π.μ., Blogger The Motorcycle boy

Να το κάνεις σύντομα. Καλημέρα.

 

Κατά τις 11:02 π.μ., Blogger Λίτσα

Καλημέρα, βρε. Προς το παρόν, άλλα σχεδιάζω. Την περιπλάνηση την έχω κρατήσει γι' αργότερα.

 

Κατά τις 11:13 π.μ., Blogger mmg

kalimera xana

anaptires typou bic & xartakia me simeiwseis filwn.xwrane & sti valitsa :))))))

 

Κατά τις 11:58 π.μ., Blogger Cherryfairy

το να θυμάσαι τα πάντα είναι κατάρα-το λέω εγώ που έχω μνήμη βετέξ-συγκρατεί τα πάντα.Μακάρι να μπορούσα να ξεχνάω εύκολα.

 

Κατά τις 12:21 μ.μ., Blogger Epsilon

Καλημέρα, μέχρι πέρσι κρατούσα στο γραφείο - βασίλειό μου τα πάντα. Και στο μυαλό μου επίσης.
Μετά την περιπλάνησή μου με 3 βαλίτσες στην Αμερική (κάποια στιγμή θα γράψω και γι'αυτό)κατάλαβα πως όσο λιγότερα κουβαλάς τόσο πιο ελεύθερος είσαι.. μεταφορικά και κυριολεκτικά.

 

Κατά τις 12:39 μ.μ., Blogger tomboy

Καλημέρα και πάλι!
Παιχνίδια δεν έχω κρατήσει. Αλλωστε ως σωστό tomboy και με προσβαση στην εργαλειοθήκη του μπαμπά, έπρεπε να μάθω πως δουλεύουν τα καταραμένα!
Μου αρέσει πολύ να κρατάω πράγματα που να μου θυμίζουν κάτι. Έχω αδύνατη μνήμη και είναι πολλές οι φορές που στεναχωριέμαι γιατί ξεχνάω πράγματα που θα ήθελα να θυμάμαι. Ετσι το να έχω ένα αντικείμενο το κάνει πιο εύκολο. Μαζεύω λοιπόν, μαζεύω ώσπου στο τέλος έχουν αρχίσει και με κουράζουν όλα αυτά, κάνω ένα γερό ξεκαθάρισμα και συνεχίζω σε άλλες βάσεις τη ζωή μου. Ένα καλό format στο σκληρό.

 

Κατά τις 1:03 μ.μ., Blogger Λίτσα

Αυτά τα ξεκαθαρίσματα είναι εξαιρετικά, αλλά και πάλι απομένω με πολλά, ρε γμτ.
Epsilon, ξέρω ΑΚΡΙΒΩΣ τι εννοείς. Μου αρέσει η αίσθηση να είμαι χωρίς ρίζες.
Cherry - ακριβώς, κατάρα. Και δυστυχώς, δεν σβήνεται.

 

Κατά τις 2:06 μ.μ., Blogger roidis

κρατάμε πρωτίστως το κάθε τι που μας θυμίζει κάτι. κατά δεύτερο λόγο αυτά που νομίζουμε ότι θα τα χρειαστούμε αργότερα.

Τα πρώτα, πολλές φορές μας θρέφουν ψυχικά, και ίσως δημιουργικά, αν δλδ έχουμε κάποια δημιουργική φλέβα μέσα μας. Τα χαϊδεύουμε και αναπολούμε.

Τα δεύτερα, από προσωπική πείρα έχουν παραμείνει στα αζήτητα, κυρίως στο γκρενιέ (πατάρι) και Όταν κάνουμε κάποια μετακόμιση τότε θα πεταχτούν. Νωρίτερα δεν το βλέπω γιατί βαριέμαι.

Το κείμενό σου κτύπησε πάντως φλέβα.

 

Κατά τις 2:45 μ.μ., Blogger Λίτσα

Χα, χα, κι εγώ βαριέμαι βρε Ροΐδη, κυρίως γιατί το καλοκαίρι μόνο έχω χρόνο για τέτοια ξεκαθαρίσματα - αλλά να κάθεσαι να κάνεις τέτοια δουλειά καλοκαιριάτικα;

 

Κατά τις 3:04 μ.μ., Blogger zouri1

εγω εχω κρατησει κατι απο το πρωτο μου σπιτι σαν εργενης,για να θυμαμαι πως ξεκινησα.

 

Κατά τις 3:49 μ.μ., Blogger Eu-aggelos

kalhspera einai periergo alla ki egw de thelw na petaw pragmata eidika ta pio ilithia kai axrista.fantazomai meta apo xronia na ta koitaw kai na girizw pisw alla mhpws ayto de tha einai swsto?poios kserei...tha deiksei

 

Κατά τις 5:28 μ.μ., Blogger nimbus

ναι σωστά...
κρατάμε, χαζά αντικείμενα...
κρατάμε θύμησες...
χρώματα...
χαμόγελα που στέκονται κρυφά μέσα μας και χαμογελούν...
κι όλα αυτά...φυσικά...
για να θυμόμαστε κάποιες στιγμές, που για κάποιο λόγο χαράχτηκαν και μάς ωθούν προς κάποιο ανεξιχνίαστο μονοπάτι...εκείνο της ψυχής...
καλησπέρα καλή μου...

 

Κατά τις 8:41 μ.μ., Blogger Λίτσα

Υπουργέ μου, αυτό νομίζω αξίζει τον κόπο.
EY-AGGELE, κι εγώ παλιότερα κρατούσα πολύ περισσότερα πράγματα. Τώρα πια όχι.
Nimbus - καλησπέρα. Καλά όλα αυτά, αλλά κουράζουν μετά από λίγο, πνίγουν.